Translation: from greek to english

from english to greek

the fairest of all lands

  • 1 δύναμις

    -εως + N 3 76-150-63-112-189=590 Gn 21,22.32; 26,26; Ex 6,26; 7,4
    power, might, strength Dt 6,5; ability Dt 16,17; outward power, influence, authority Jos 4,24; force for war, army, host Gn 21,22; power, heavenly host 2 Chr 18,18; power, personal supernatural spirit or angel 4 Mc 5,13
    υἱοὶ δυνάμεων mighty men 1 Sm 10,26
    *2 Sm 23,36 ἀπὸ δυνάμεως of the army-צבא/מ for MT צבה/מ from Zobah; *Jb 11,6 δύναμιν power -עלםI for MT תעלמות עלםII secrets, see also 28,11; *Jb 40,10 δύναμιν power-גבורה for MT גבה height, eminence; *Ct 2,7 δυνάμεσι the powers, the hosts-צבאות צבא for MT צבאות צביא gazelle, see also Ct 3,5;
    *DnTh 8,9 τὴν δύναμιν the host-צבא for MT צבי the fairest (of all lands)
    Cf. LARCHER 1983, 171-172; SCHOLTISSEK 1993, 81-85; TOV 1976b, 531-532; WEVERS 1990, 132;
    →NIDNTT; TWNT

    Lust (λαγνεία) > δύναμις

  • 2 αριστοκάρπου

    ἀριστόκαρπος
    bearing fairest fruit: masc /fem /neut gen sg

    Morphologia Graeca > αριστοκάρπου

  • 3 βαθυκλήροιο

    βαθύκληρος
    with rich lands: masc /fem /neut gen sg (epic)

    Morphologia Graeca > βαθυκλήροιο

  • 4 βαθυκλήροισι

    βαθύκληρος
    with rich lands: masc /fem /neut dat pl (epic ionic aeolic)

    Morphologia Graeca > βαθυκλήροισι

  • 5 βαθυκλήρων

    βαθύκληρος
    with rich lands: masc /fem /neut gen pl

    Morphologia Graeca > βαθυκλήρων

  • 6 βαθύκληρος

    βαθύκληρος
    with rich lands: masc /fem nom sg

    Morphologia Graeca > βαθύκληρος

  • 7 ελεσπίδας

    ἑλεσπίς
    marsh-lands: fem acc pl

    Morphologia Graeca > ελεσπίδας

  • 8 καλλιστεί'

    καλλιστεῖα, καλλιστεῖον
    offering of what is fairest: neut nom /voc /acc pl

    Morphologia Graeca > καλλιστεί'

  • 9 καλλιστεία

    καλλιστεῖον
    offering of what is fairest: neut nom /voc /acc pl

    Morphologia Graeca > καλλιστεία

  • 10 καλλιστείον

    καλλιστεῖον
    offering of what is fairest: neut nom /voc /acc sg

    Morphologia Graeca > καλλιστείον

  • 11 καλλιστείων

    καλλιστεί̱ων, καλλιστεῖον
    offering of what is fairest: neut gen pl

    Morphologia Graeca > καλλιστείων

  • 12 ομώλαξ

    ὁμαῦλαξ
    with adjoining lands: masc /fem nom /voc sg (doric)
    ὁμῶλαξ
    with adjoining lands: masc /fem nom /voc sg

    Morphologia Graeca > ομώλαξ

  • 13 ομώλακα

    ὁμώ̱λακα, ὁμαῦλαξ
    with adjoining lands: masc /fem acc sg (doric)
    ὁμώ̱λακα, ὁμῶλαξ
    with adjoining lands: masc /fem acc sg

    Morphologia Graeca > ομώλακα

  • 14 ομώλακας

    ὁμώ̱λακας, ὁμαῦλαξ
    with adjoining lands: masc /fem acc pl (doric)
    ὁμώ̱λακας, ὁμῶλαξ
    with adjoining lands: masc /fem acc pl

    Morphologia Graeca > ομώλακας

  • 15 ομώλακες

    ὁμώ̱λακες, ὁμαῦλαξ
    with adjoining lands: masc /fem nom /voc pl (doric)
    ὁμώ̱λακες, ὁμῶλαξ
    with adjoining lands: masc /fem nom /voc pl

    Morphologia Graeca > ομώλακες

  • 16 ἄβατος

    1 unattainable τὸ πόρσω δ' ἐστὶ σοφοῖς ἄβατον κἀσόφοις met. of the lands beyond the pillars of Hercules O. 3.44 cf.

    οὐκέτι πρόσω ἀβάταν ἅλα κιόνων ὕπερ Ἡρακλέος περᾶν εὐμαρές N. 3.21

    Lexicon to Pindar > ἄβατος

  • 17 ἄρουρα

    ᾰρουρα (-α, -ας, -αν; -αι, -αις, -αισιν))
    a soil, earth pl. fields ἂν δ' εὐθὺς ἁρπάξαις ἀρούρας δεξιτερᾷ προτυχὸν ξένιον μάστευε δοῦναι” (= βώλακα v. 37) P. 4.34

    τεκμαίρει καί νυν Ἀλκιμίδας τὸ συγγενὲς ἰδεῖν ἄγχι καρποφόροις ἀρούραισιν N. 6.9

    ἐν σχερῷ δ' οὔτ ὦν μέλαιναι καρπὸν ἔδωκαν ἄρουραι N. 11.39

    εἰ καί τι Διωνύσου ἄρο[υρ]α φέρει βιόδωρον ἀμαχανίας ἄκος Pae. 4.25

    b generally, lands, estates εὔφρων ἄρουραν ἔτι πατρίαν σφίσιν κόμισον λοιπῷ γένει i. e. the land of Akragas O. 2.14

    ὁμιλέων παρ' οἰκείαις ἀρούραις O. 12.19

    καὶ ἐν ἀλλοδαπαῖς σπέρμ' ἀρούραις τουτάκις ὑμετέρας ἀκτῖνος ὄλβου δέξατο μοιρίδιον ἆμαρ ἢ νύκτες (Hermann: - αισι codd.) P. 4.255 ἐν ἀφνεαῖς ἀρούραισι Πυλάδα νικῶν ξένου Λάκωνος Ὀρέστα (ἐν τοῖς Πυθίοις. Σ.) P. 11.15 Αἰακίδας ἐγέραιρεν ματρόπολίν τε, φίλαν ξένων ἄρουραν Aigina N. 5.8

    γαρύσομαι τὰν Ἀσωποδώρου πατρὸς αἶσαν Ἐρχομενοῖό τε πατρῴαν ἄρουραν I. 1.35

    ἔιδεν οὔτε πατρωίαις ἐν ἀρού[ραις] ἵππους Μυρμιδόνων in Phthia Pae. 6.106
    c met.

    ἦ γὰρ ἑλικώπιδος Ἀφροδίτας ἄρουραν ἢ Χαρίτων ἀναπολίζομεν P. 6.2

    Lexicon to Pindar > ἄρουρα

  • 18 καλλίων

    καλλίων, κάλλιστος (καλλίονα, -ίονες; -ιον nom., acc.: superl. κάλλιστος, -ον; -α, -ᾳ, -αν, -α, -αις; -ον acc., acc.)
    a comp., lovelier

    μέλανος ἂν ἐσχατιὰν καλλίονα θανάτου P. 11.57

    τί κάλλιον ἢ βαθύζωνόν τε Λατὼ ἀεῖσαι; fr. 89a. 1. εὐθεῖα δὴ κέλευθος ἀρετὰν ἑλεῖν, τελευταί τε καλλίονες pr. fr. 108a. 4. n. s. pro adv., better, more successfully,

    παρ' εὐδένδρῳ μολὼν ὄχθῳ Κρόνου κάλλιον ἂν δηριώντων ἐνόστησ ἀντιπάλων N. 11.26

    c. gen.,

    σοφοὶ δέ τοι κάλλιον φέροντι καὶ τὰν θεόσδοτον δύναμιν P. 5.12

    b superl., fairest, finest

    μνᾶμα τῶν Οὐλυμπίᾳ κάλλιστον ἀέθλων O. 3.15

    ἀκρωτήριον Ἄλιδος κάλλιστον ἕδνον Ἱπποδαμείας O. 9.10

    τρία ἔργα ποδαρκὴς ἁμέρα θῆκε κάλλιστ' ἀμφὶ κόμαις O. 13.39

    γόνον ἰδὼν κάλλιστον ἀνδρῶν P. 4.123

    φάρμακον κάλλιστον ἑᾶς ἀρετᾶς ἅλιξιν εὑρέσθαι σὺν ἄλλοις P. 4.187

    κάλλιστον αἱ μεγαλοπόλιες Ἀθᾶναι προοίμιον P. 7.1

    καλλίσταν πόλιν ἀμφέπει P. 9.69

    φιλάγλαε, καλλίστα βροτεᾶν πολίων P. 12.1

    θαμὰ μὲν Ἰσθμιάδων δρέπεσθαι κάλλιστον ἄωτον N. 2.9

    Μοισᾶν ὁ κάλλιστος χορός N. 5.23

    Ἥβα καλλίστα θεῶν N. 10.18

    κάλλιστον ὄλβον ἀμφέπων I. 4.58

    τὰν ψαλυχιαδᾶν δὲ πάτραν Χαρίτων ἄρδοντι καλλίστᾳ δρόσῳ I. 6.64

    καλλίσταις ἀοιδαῖς fr. 121. 2. pro subs.

    κάλλιστά τε ῥέξαις O. 9.94

    Lexicon to Pindar > καλλίων

  • 19 κάλλιστος

    καλλίων, κάλλιστος (καλλίονα, -ίονες; -ιον nom., acc.: superl. κάλλιστος, -ον; -α, -ᾳ, -αν, -α, -αις; -ον acc., acc.)
    a comp., lovelier

    μέλανος ἂν ἐσχατιὰν καλλίονα θανάτου P. 11.57

    τί κάλλιον ἢ βαθύζωνόν τε Λατὼ ἀεῖσαι; fr. 89a. 1. εὐθεῖα δὴ κέλευθος ἀρετὰν ἑλεῖν, τελευταί τε καλλίονες pr. fr. 108a. 4. n. s. pro adv., better, more successfully,

    παρ' εὐδένδρῳ μολὼν ὄχθῳ Κρόνου κάλλιον ἂν δηριώντων ἐνόστησ ἀντιπάλων N. 11.26

    c. gen.,

    σοφοὶ δέ τοι κάλλιον φέροντι καὶ τὰν θεόσδοτον δύναμιν P. 5.12

    b superl., fairest, finest

    μνᾶμα τῶν Οὐλυμπίᾳ κάλλιστον ἀέθλων O. 3.15

    ἀκρωτήριον Ἄλιδος κάλλιστον ἕδνον Ἱπποδαμείας O. 9.10

    τρία ἔργα ποδαρκὴς ἁμέρα θῆκε κάλλιστ' ἀμφὶ κόμαις O. 13.39

    γόνον ἰδὼν κάλλιστον ἀνδρῶν P. 4.123

    φάρμακον κάλλιστον ἑᾶς ἀρετᾶς ἅλιξιν εὑρέσθαι σὺν ἄλλοις P. 4.187

    κάλλιστον αἱ μεγαλοπόλιες Ἀθᾶναι προοίμιον P. 7.1

    καλλίσταν πόλιν ἀμφέπει P. 9.69

    φιλάγλαε, καλλίστα βροτεᾶν πολίων P. 12.1

    θαμὰ μὲν Ἰσθμιάδων δρέπεσθαι κάλλιστον ἄωτον N. 2.9

    Μοισᾶν ὁ κάλλιστος χορός N. 5.23

    Ἥβα καλλίστα θεῶν N. 10.18

    κάλλιστον ὄλβον ἀμφέπων I. 4.58

    τὰν ψαλυχιαδᾶν δὲ πάτραν Χαρίτων ἄρδοντι καλλίστᾳ δρόσῳ I. 6.64

    καλλίσταις ἀοιδαῖς fr. 121. 2. pro subs.

    κάλλιστά τε ῥέξαις O. 9.94

    Lexicon to Pindar > κάλλιστος

  • 20 μάκαρ

    μᾰκᾰρ ( μάκαρ nom., voc.; μάκαρες, -ων, -ες; μάκαιρα, -αν.)
    a of gods and heroes, pro subs.

    ἐμοὶ δ' ἄπορα γαστρίμαργον μακάρων τιν εἰπεῖν O. 1.52

    ἔνθα μακάρων νᾶσον ὠκεανίδες αὖραι περιπνέοισιν O. 2.70

    φυλάσσοντες μακάρων τελετάς O. 3.41

    χρὴ πρὸς μακάρων τυγχάνοντ' εὖ πασχέμεν P. 3.103

    Κρονίδαι μάκαρες P. 5.118

    ὦ μάκαρ Herakles N. 7.94

    ὦ μάκαιρα Θήβα I. 7.1

    ταῦτα καὶ μακάρων ἐμέμναντ' ἀγοραί I. 8.26

    ἄνακτα τὸν πάντων ὑπερβάλλοντα Χρόνον μακάρων fr. 33. τέρας, ἅν τε βροτοὶ Δᾶλον κικλῄσκοισιν, μάκαρες δ' ἐν Ὀλύμπῳ χθονὸς ἄστρον fr. 33c. 5. “

    μακάρων τ' ἐπιχώριον τεθμὸν πάμπαν ἐρῆμον ἀπωσάμενος Pae. 4.46

    ὦ μάκαρ Pan. fr. 96. 1.
    b of men. ὦ μάκαρ υἱὲ Πολυμνάστου Battos P. 4.59 μάκαρ μὲν ἀνδρῶν μέτα ἔναιεν, ἥρως δ' ἔπειτα λαοσεβής Battos P. 5.94 μάκαρ δὲ καὶ νῦν (sc. ἐσσί), κλεενᾶς ὅτι εὖχος ἤδη παρὰ Πυθιάδος ἵπποις ἑλὼν δέδεξαι τόνδε κῶμον ἀνέρων Arkesilas P. 5.20 μόλεν Δανάας ποτὲ παῖς ἐς ἀνδρῶν μακάρων ὅμιλον the Hyperboreans P. 10.46
    c of cities, lands, ὀλβία Λακεδαίμων, μάκαιρα Θεσσαλία pr. P. 10.2, cf. I. 7.1
    d of the family hearth.

    ἐς ἀφνεὰν ἱκομένους μάκαιραν Ἱέρωνος ἑστίαν O. 1.11

    μετὰ χειμέριον ὄμβρον τεὰν καταιθύσσει μάκαιραν ἑστίαν i. e. of Arkesilas P. 5.11

    τραχεῖα νιφὰς πολέμοιο τεσσάρων ἀνδρῶν ἐρήμωσεν μάκαιραν ἑστίαν I. 4.17

    e fragg. [ει μακαρ[ Πα. 13a. 21. ]

    μακαρο[ Pae. 21.8

    ]μακάρων[ P. Oxy. 841, fr. 48.

    Lexicon to Pindar > μάκαρ

Look at other dictionaries:

  • The Courageous Princess — is a comic book written and drawn by Rod Espinosa, published by Antarctic Press. The story consists of fairytale lands, princes, and princesses. There are other statuses of royalty in this story. Some of Rod Espinosa s other stories are Neotopia …   Wikipedia

  • Places in the Wheel of Time series — This article is about the countries, cities, towns, and other important locations in Robert Jordan’s The Wheel of Time fantasy fiction series. With the publication in 1997 of The World of Robert Jordan s The Wheel of Time (often called World ),… …   Wikipedia

  • Snow White and the Seven Dwarfs (1937 film) — Infobox Film name = Snow White and the Seven Dwarfs image size = 215px caption = original theatrical poster writer = Brothers Grimm (fairy tale) Ted Sears Richard Creedon Otto Englander Dick Rickard Earl Hurd Merrill De Maris Dorothy Ann Blank… …   Wikipedia

  • Christianity in the 4th century — See also: Christianity in the 3rd century and Christianity in the 5th century Christianity in the 4th century was dominated by Constantine the Great, and the First Council of Nicea of 325, which was the beginning of the period of the First… …   Wikipedia

  • Plants in the Bible — • Discusses all of the types of plants mentioned in the Sacred Scriptures Catholic Encyclopedia. Kevin Knight. 2006. Plants in the Bible     Plants in the Bible      …   Catholic encyclopedia

  • John Adams: The Foundation of Government — ▪ Primary Source              The prospect of independence meant more than fighting a war with Britain. It also entailed the formation of new governments in America. In January of 1776, George Wythe, of Virginia, asked John Adams to draw up a… …   Universalium

  • At the last — Last Last (l[.a]st), a. [OE. last, latst, contr. of latest, superl. of late; akin to OS. lezt, lazt, last, D. laatst, G. letzt. See {Late}, and cf. {Latest}.] 1. Being after all the others, similarly classed or considered, in time, place, or… …   The Collaborative International Dictionary of English

  • To the last — Last Last (l[.a]st), a. [OE. last, latst, contr. of latest, superl. of late; akin to OS. lezt, lazt, last, D. laatst, G. letzt. See {Late}, and cf. {Latest}.] 1. Being after all the others, similarly classed or considered, in time, place, or… …   The Collaborative International Dictionary of English

  • Thomas Jefferson: On the Need for a Little Rebellion Now and Then — ▪ Primary Source              Shays s Rebellion prompted Thomas Jefferson to say that a little rebellion now and then is a good thing for a country. Rather than being alarmed by the rebellion, Jefferson saw some justification in it. He believed… …   Universalium

  • Theodore Roosevelt: False Sentimentality About the Indians — ▪ Primary Source              Theodore Roosevelt favored a rational and equitable policy toward Native Americans, but he firmly believed that the Indian nations had no claim to the land they inhabited and were in fact nomadic people who by… …   Universalium

  • Lireo — is a fictional queendom in the world of Encantadia, the main setting of the Philippine telefantasya (fantasy themed television series) of the same name. In the series, Lireo is the homeland of the Diwata race, and is the youngest of the four… …   Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.