Translation: from greek

671a

  • 1 θορυβώδης

    A uproarious, turbulent, Pl.Lg. 671a; clamorous,

    - ῶδες φθέγγεσθαι Arist. HA 632b18

    ;

    θορυβώδεα ἐνυπνιάζεσθαι Hp.VM10

    . Adv.

    - δῶς Poll. 5.123

    , Iamb.Myst.3.25 (prob.): [comp] Comp.

    -έστερον, διατίθενται Plu.2.656f

    .
    II causing alarm,

    τῷ ἵππῳ θ. μηδὲν προσφέρειν X.Eq.9.15

    .
    2 confusing,

    δόξαι Demetr.Lac.Herc.1696.4

    .

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > θορυβώδης

  • 2 συμπληρόω

    A help to fill, σ. τοῖσι Ἀθηναίοισι τὰς νέας help them in manning.., Hdt.8.1.
    II fill up or completely, ἑξήκοντα ναῦς man them fully, Th.6.50, cf. Hell.Oxy.14.1;

    σ. τὸ περιηγηθέν Pl.Lg. 770b

    ; τὸν μεταξὺ τόπον, τὸ μ., Arist.Mete. 340a18, PA 694b1, cf. Pl.Smp. 202e, IG22.1668.71;

    τοὺς πόρους Thphr.Od.45

    , Diocl.Fr.147;

    ἔρανον Plu.2.694b

    :—[voice] Med.,

    σ. τὰ διαστήματα Pl.Ti. 35c

    , cf. 36b;

    τριήρεις Hell.Oxy.2.4

    :—[voice] Pass.,

    τὸ δὲ [τῆς σύριγγος] πάλιν ξυμπληρωθείη Hp. Fist.4

    ;

    πάντα συμπεπλήρωται σαρξίν Pl.Ti. 75a

    ;

    εὐδαιμονίᾳ Phld.D.1.2

    ;

    σ. ἔκ τινων Ti.Locr.105a

    , D.S.1.2;

    ὑπό τινων Archim.Eratosth.3

    .
    b Medic., cause congestion of,

    τὰ ὑποθυμιάματα σ. τὴν κεφαλήν Sor.1.72

    :—[voice] Pass., suffer from congestion of the brain, IG42(1).126.28 (Epid., ii A.D.), Gal.15.902.
    2 complete,

    τὸ ὅλον Arist.GC 336b31

    ;

    ἕν τι τῶν συμπληρούντων τοῦτο Plot.1.8.3

    , cf. 2.6.1; τὰ συμπληροῦντα τὴν ἀρίστην μαῖαν the qualities which make up the complete good midwife, Sor.1.4, cf. Gal.6.166, UP1.9:—[voice] Pass., [δένδρα] συμπεπληρωμένα πᾶσι τοῖς οἰκείοις μορίοις, opp. ἀρχόμενα φύεσθαι, Id.16.492, cf. 526,685, Ath.15.671a.
    3 fulfil, attain,

    τὸ τῆς φύσεως τέλος Polystr.Herc.346p.86V.

    :—[voice] Med.,

    τὸ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος ἀγαθόν Epicur.Ep.3p.62U.

    :—[voice] Pass., Polystr.p.31W.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > συμπληρόω

  • 3 ψαμμακόσιοι

    A sand-hundred, Com. word formed from ψάμμος after the analogy of διακόσιοι, τριακόσιοι, etc., to denote a countless multitude,

    ψ. θεαταί Eup.286

    ( ψαμμοκ- v. l. ap.Suid.), cf. Ath. 15.671a; also ὀνόματα ψ. grandiloquent terms, Id.6.230d.—So the exaggerated form [full] ψαμμᾰκοσιογάργᾰροι, αι, α, Ar.Ach.3 (v.l. ψαμμοκ-): cf. γάργαρα.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > ψαμμακόσιοι

  • 4 ψωρικός

    ψωρ-ικός, ή, όν,
    A of or belonging to the itch, scab, or mange,

    ἐξανθήματα Plu.2.671a

    .
    II ψωρικόν, τό (sc. φάρμακον, σμῆγμα), itch-salve, Dsc.5.99, Orib.14.24.5.
    2 ψωρικά, τά (sc. νοσήματα), cutaneous complaints, Plu.2.732a.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > ψωρικός

  • 5 ἐγκλάω

    ἐγκλάω, [dialect] Ep. [full] ἐνικλάω, [tense] aor. ἐνέκλασα,
    A thwart, frustrate,

    μοι ἔωθεν ἐνικλᾶν ὅττικεν εἴπω Il.8.408

    ; ἦε τίς ἄτη σωομένους.. ἐνέκλασεν; A.R. 3.307; later lit., break in,

    σιλφίον ἐ. Hp.Mul.2.133

    :—[voice] Pass., φωνὴ ἐγκεκλασμένη weak voice, Phld.Mus.p.80 K.
    II [voice] Pass., to be bent, inclined, Apollod.Poliorc.187.16; of the eyes of swine, Plu.2.671a (s. v.l.); of a diadem, Heraclit.Ep.8.1.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > ἐγκλάω

  • 6 ἐκκλάω

    A break off, Pl.R. 611d ([voice] Pass.), Alciphr.2.4 ([voice] Pass.) ;

    δάκτυλον Paus.8.40.2

    .
    II [voice] Pass., grow weak, to be enfeebled, Plu.2.671a (s.v.l.) ; τὸ θράσος ἐκκέκλασται ib.762f, cf. Max. Tyr.35.3.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > ἐκκλάω

  • 7 ἐπιτρέχω

    ἐπιτρέχω, [tense] fut.
    A

    - δρᾰμοῦμαι X.Cyn.9.6

    , D.17.19 : [tense] aor. 2

    - έδρᾰμον Il. 4.524

    , al. (rarely [tense] aor. I

    - έθρεξα 13.409

    ): [tense] pf.

    - δεδράμηκα X.Oec.15.6

    ; poet.

    - δέδρομα Od.

    , etc. (v. infr. 11.2):—[voice] Pass., [tense] pf.

    - δεδράμημαι X.Oec.15.1

    : —run upon or at, mostly for the purpose of attack, abs.,

    ὁ δ' ἐπέδραμεν Il.4.524

    , cf. 18.527 ; of dogs,

    οἱ μὲν κεκλήγοντες ἐπέδραμον Od.14.30

    ; make an assault upon,

    τινί Th.4.32

    , X.Cyn.9.6,

    ἐπί τινα Id.HG5.4.51

    .
    b approach, εἰς ἃς (sc. μοίρας)

    ἐπιτρέχει ἡ Σελήνη, τούτοις συνάπτει Serapio

    in Cat.Cod.Astr.8(4).228.
    II run over a space, τόσσον ἐπεδραμέτην, of horses, Il.23.433, cf. 418, 447 ; run over or graze the surface,

    ἀσπὶς ἐπιθρέξαντος ἄϋσεν ἔγχεος 13.409

    : c. dat.,

    ἀσταχύεσσιν Call.Aet.3.1.46

    .
    2 to be spread over,

    λευκὴ δ' ἐπιδέδρομεν αἴγλη Od.6.45

    ;

    κακὴ δ' ἐπιδέδρομεν ἀχλύς 20.357

    : c. dat.,

    τῷ..ἐπιδέδρομεν ὀδμή Hermipp.82.3

    (hex.);

    ἐπιδέδρομε νυκτὶ φέγγος A.R.2.670

    ;

    οἱ ἔρευθος ἐπιτρέχει Arat.834

    , cf. Opp.C.3.94;

    ἐξανθήματα ἐ. τοῖς σώμασιν Plu.2.671a

    ; ὄρεσι..ἀφ' ἡλίου μορφαὶ ἐ. ib.934f ;

    σημείων τῷ νεκρῷ μοχθηρῶν ἐπιδραμ. Id.TG13

    , etc.: c. acc., οἶδμα ὅταν ἔρεβος ὕφαλον ἐπιδράμῃ when the billow runs over the darkness of the deep, S. Ant. 588(lyr.); τὴν χώραν, of lava, Arist. Mir. 840a5;

    ψυχὴν ἐπιδέδρομε λήθη A.R.1.645

    ; Πώμην ἐπέδραμε λόγος c. acc. et inf., Plu.Aem. 25.
    3 of a musician, run over, play upon,

    ἐ. καλάμους χείλεσι Longus 1.24

    ;

    τὴν σύριγγα τῇ γλώττῃ Alciphr.3.12

    ;

    τῷ πλήκτρῳ τὰς χορδάς Ath.4.139e

    .
    4 overrun, as an army does a country,

    ἐ. πεδίον πᾶν Hdt.1.161

    ;

    τὰς κώμας πάσας Id.8.23

    ; τὴν χώρην πᾶσαν ib. 32 ;

    τὰ ἔξω Th.4.104

    .
    5 run over, treat lightly or summarily of, X.Oec.25.1 ([voice] Pass.) ; τῷ λόγῳ ib.6 ;

    εὐπόρως ἐ. περί τινος Isoc.Ep.9.6

    ;

    μικρὰ περὶ αὐτῶν D.17.19

    ;

    τὰς ἀπορίας ἐ. Arist.Pol. 1286a7

    ;

    Ἡροδότου.. ἡ λέξις..ῥᾳδίως ἐπιτρέχουσα τοῖς πράγμασιν Plu.2.854e

    ; ἐ. διὰ βραχυτάτων ib.119e ;

    τὸ ἐπιτρέχον σχῆμα Hermog.Id.1.11

    .
    6 of a country, spread, extend,

    ἐπὶ.. D.P.809

    ; μέσην ἐ. νῆσον ib. 1092.
    7

    τῷ τῆς κώμης -οντι

    inspèctor,

    PFay.107.7

    (ii A.D.) : pl.,

    - οντες POxy. 2121.22

    (iii A.D.).
    III run close after,

    ἅρματα..ἵπποις ὠκυπόδεσσιν ἐπέδραμον Il.23.504

    ; ἐ. τὰ ἴχνη, of hounds, X.Cyn.3.6 : c. dat., follow, Arat.316 ; ἐ. τοῖς θήλεσιν, of the male, Plu.2.965e.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > ἐπιτρέχω

  • 8 ἐπῳδός

    ἐπῳδ-ός, όν, (ἐπᾴδω)
    A singing to or over, using songs or charms to heal wounds,

    ἐπῳδοὶ μῦθοι Pl.Lg. 903b

    .
    b Subst., enchanter,

    ἐ. καὶ γόης E.Hipp. 1038

    (but

    γόης ἐ. Ba. 234

    ): c. gen., a charm for or against,

    ἔθυσεν αὑτοῦ παῖδα ἐπῳδὸν Θρῃκίων ἀημάτων A.Ag. 1418

    ; ἐ. τῶν τοιούτων one to charm away such fears, Pl.Phd. 78a.
    c c. dat., assisting, profitable,

    ἐ. γίγνεσθαι νέοις πρὸς ἀρετήν Id.Lg. 671a

    ;

    δυσπραξίᾳ ληφθεὶς ἐ. ἐστι τῷ πειρωμένῳ Trag.Adesp.364.4

    .
    2 [voice] Pass., sung to music,

    φωναί Plu.2.622d

    ; fit for singing,

    ποιητικὴν ἐ. παρέχειν S.E.M.6.16

    .
    b sung or said after, μορφῆς ἐπῳδόν called after this form, E. Hec. 1272.
    II in Metre, as Subst.,
    1 ἐπῳδός, , Sch.metr. Pi.O.4 (, Gal.UP17.3, dub. in D.H.Comp.19), epode, part of a lyric ode sung after the strophe and antistrophe, ib.26, Gal. l.c., Sch.metr. Pi.l.c., etc.
    2 ἐπῳδός, , verse or passage returning at intervals, in Alcaics and Sapphics, D.H.Comp.19 ; chorus, burden, refrain, Ph. 1.312 : metaph., ὁ κοινὸς ἁπάσης ἀδολεσχίας ἐ. the 'old story', Plu.2.507e.
    b shorter verse of a couplet, as in the metres invented by Archilochus, Hermog.Inv.4.4 : hence of short poems written in such metres,

    ἐπῳδοί Heph.

    Poëm.7.2 ;

    ἐπῳδά Plu.2.1141a

    .

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > ἐπῳδός

  • 9 ἔξω

    ἔξω, Adv. of ἐξ, as εἴσω of εἰς:
    I of Place,
    1 with Verbs of motion, out or out of,

    ἔ. ἰών Od.14.526

    ;

    χωρεῖν ἔ. Hdt.1.10

    ;

    πορεύεσθαι Pl.Phdr. 247b

    ;

    βλέπειν D.18.323

    ; ἔ. τοὺς χριστιανούς (sc. φέρε) Luc.Alex.38, etc.
    b as Prep., c. gen.,

    ἔ. χροὸς ἕλκε Il.11.457

    ;

    ἔ. βήτην μεγάροιο κιόντε Od.22.378

    ; ἔ. or γῆς ἔ. βαλεῖν, A.Th. 1019, S.OT 622, etc.: pleon. with

    ἐκ, κραδίη δέ τοι ἔ. στηθέων ἐκθρῴσκει Il.10.94

    ;

    ἐκ τῆς ταφῆς ἐκφέρειν ἔ. Hdt.3.16

    , cf. E.Hipp. 650: ἐκπλώσαντες ἔ. τὸν Ἑλλήσποντον sailing outside the H., Hdt.5.103;

    ἔ. τὸν Ἑλλ. πλέων 7.58

    .
    2 without any sense of motion, outside, Od.10.95, etc.; τὸ ἔ. the outside, Th.7.69; τὸ ἔ. τῶν ὀμμάτων their prominency, Pl.Tht. 143e; τὰ ἔ. things outside the walls or house, Th.2.5, X.Oec.7.30; external things, Pl.Tht. 198c; τὰ ἔ. πράγματα foreign affairs, Th.1.68; οἱ ἔ. those outside, Id.5.14; of exiles, Id.4.66, cf. S.OC 444 (but in NT, the heathen, 1 Ep.Cor.5.12);

    ἡ ἔ. στηλέων θάλασσα ἡ Ἀτλαντὶς καλεομένη Hdt.1.202

    , cf. Pl.Criti. 108e; ἡ ἔ. θάλασσα, opp. ἡ εἴσω, Aristid.Or.40(5).9; ἔ. τὴν χεῖρα ἔχειν keep one's arm outside one's cloak, Aeschin.1.25.
    b as Prep., c. gen., οἱ ἔ. γένους, opp. τὰ ἐγγενῆ, S.Ant. 660;

    ἔ. τῶν κακῶν οἰκεῖν Id.OT 1390

    ; ἔ. τοξεύματος out of range of arrows, Th.7.30; ἔ. βελῶν, τῶν β., X.Cyr.3.3.69, An.5.2.26; ἔ. τοῦ πολέμου unconcerned with the war, Th.2.65;

    τοῦ πάσχειν κακῶς ἔ. γενήσεσθε D.4.34

    ; τῶν ἔ. τοῦ πράγματος ὄντων persons unconcerned in the matter, Id.21.45, cf. ib.15; πράξεις ἔ. τῆς ὑποθέσεως λεγομένας away from the subject, Isoc.12.74;

    ἔ. τοῦ πράγματος Arist.Rh. 1354a22

    ; ἔ. τοῦ δικαστηρίου [ἔπαινοι] Luc.Hist.Conscr.59; ἔ. λόγου τίθεσθαι, θέσθαι, Plu.2.671a, Tim.36; ἔ. πάτου ὀνόματα out-of-the-way words, Luc.Hist.Conscr.44; ἔ. πίστεως beyond belief, Id.DMar.4.1; ἔ. φρενῶν out of one's senses, Pi.O7.47;

    ἔ. ἐλαύνειν τοῦ φρονεῖν E.Ba. 853

    ;

    ἔ. σαυτοῦ γίγνῃ Pl. Ion 535b

    ;

    ἔ. γνώμης E. Ion 926

    ; οὐδὲν ἔ. τοῦ φυτεύσαντος δρᾷς unlike thy sire, S.Ph. 904; ἔ. τῆς ἀνθρωπείας.. νομίσεως alien to human belief, Th.5.105: prov., αἴρειν ἔ. πόδα πηλοῦ keep clear of difficulties, Suid.; so

    ἔ. κομίζων πηλοῦ πόδα A.Ch. 697

    ;

    πημάτων ἔ. πόδα ἔχειν Id.Pr. 265

    ;

    ἔ. πραγμάτων ἔχειν πόδα E.Heracl. 109

    .
    II of Time, beyond, over,

    ἔ. μέσου ἡμέρας X.Cyr.4.4.1

    ;

    ἔ. τῆς ἡλικίας D.3.34

    ;

    ἔ. πέντ' ἐτῶν Id.38.18

    .
    III without, except, c. gen.,

    ἔ. σεῦ Hdt.7.29

    , cf. 4.46;

    ἔ. ἤ.. Id.2.3

    , 7.228;

    ἔ. τοῦ πλεόνων ἄρξαι

    besides..,

    Th.5.97

    , cf. 26; ἔ. τοῦ ἐφθακέναι ἀδικοῦντες except the being first to do wrong, Epist. Philipp. ap. D.18.39, cf. PSI6.577.17, PCair.Zen.225.4.
    IV τὰ κατὰ τὸν Φίλιππον ἔ. τελέως ἐστί, Philip is 'played out', Plb.5.28.4.— Cf. ἐξωτέρω, -τάτω.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > ἔξω

  • 10 ἅλων

    ἅλων, ωνος, ἡ (a by-form, found since Aristot., also in pap [Mayser 287; Crönert p. ix]; LXX; GrBar 6:7; Jos. [Ant. 20, 181] for Att. [since Aeschyl.] ἅλως, gen. ἅλω or ἅλωος, found 1 Cl 29:3 [prob. after LXX] and in ins [SIG 631, 7; 671A, 9], pap [Mayser 258f; PGM 4, 2746], LXX and Jos., Ant. 4, 281; s. W-S. §8, 13; B-D-F §44, 1; 52; Mlt-H. 121; 127).
    lit. a surface for the threshing of grain, threshing floor. γεννήματα ληνοῦ καὶ ἅλωνος products of wine-press and threshing floor D 13:3 (cp. Num 18:30). θημωνιὰ ἅλωνος a heap on the threshing floor 1 Cl 56:15 (Job 5:26).
    fig. threshed grain still lying on the threshing floor, threshed grain (PRyl 122, 10; 20 [II A.D.]; Job 39:12) διακαθαίρειν τὴν ἅλωνα cleanse (winnow) what he has threshed Mt 3:12; Lk 3:17 (Just., D. 49, 3).—DELG. M-M.

    Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία > ἅλων

  • 11 ὥρα

    ὥρα, ας, ἡ (Hom. [ὥρη]+; ins, pap, LXX; PsSol 18:10; TestSol, TestAbr, TestJob, Test12Patr, JosAs, ParJer, GrBar; ApcEsdr 3:4 p. 27, 9 Tdf.; ApcSed, ApcMos, EpArist, Philo, Joseph.; Ar. 15:10; Just.; Tat. 20, 2).
    an undefined period of time in a day, time of day ὀψὲ ἤδη οὔσης τῆς ὥρας since it was already late in the day or since the hour was (already) late Mk 11:11 v.l.; cp. MPol 7:1b (s. ὀψέ 1 and 2; Demosth. 21, 84; Polyb. 3, 83, 7 ὀψὲ τῆς ὥρας). ὀψίας οὔσης τῆς ὥρας Mk 11:11 (ὄψιος 1). ὥρα πολλή late hour (Polyb. 5, 8, 3; Dionys. Hal. 2, 54; TestAbr A 14 p. 94, 24 [Stone p. 36]; Jos., Ant. 8, 118) 6:35ab. ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν Mt 14:15 (παρέρχομαι 2).—Mt 24:42 v.l., 44; Lk 12:39, 40; Rv 3:3; D 16:1. W. ἡμέρα day and time of day, hour (ApcEsdr 3:4 p. 27, 9 Tdf.) Mt 24:36, 50; 25:13; Mk 13:32; Lk 12:46.
    a period of time as division of a day, hour
    beside year, month, and day Rv 9:15; the twelfth part of a day (=period of daylight) οὐχὶ δώδεκα ὧραί εἰσιν τῆς ἡμέρας; J 11:9 (TestAbr B 7 p. 111, 24 [Stone p. 70]). μίαν ὥραν ἐποίησαν Mt 20:12 (s. ποιέω 6); cp. Lk 22:59; Ac 5:7; 19:34 (ἐπὶ ὥρας δύο CBurchard, ZNW 61, ’70, 167f; TestBenj 3:7, Judah 3, 4); MPol 7:3. συνεψήφισα τὰς ὥρας I counted the hours Hv 3, 1, 4. One ὥρα in this world corresponds to a ὥρα thirty days in length in the place of punishment Hs 6, 4, 4. μίαν ὥραν (not even) one hour Mt 26:40; Mk 14:37. Such passages help us to understand how ὥρα can acquire the sense
    a short period of time μιᾷ ὥρᾳ (cp. TestJob 7:12; ApcMos 25 [both ἐν]) in a single hour=in an extraordinarily short time Rv 18:10, 17, 19. μίαν ὥραν for a very short time 17:12. Likew. πρὸς ὥραν for a while, for a moment J 5:35; 2 Cor 7:8; Gal 2:5 (s. on this pass. KLake, Gal 2:3–5: Exp. 7th ser., 1, 1906, 236–45; CWatkins, Der Kampf des Pls um Galatien 1913; BBacon, JBL 42, 1923, 69–80); Phlm 15; MPol 11:2. πρὸς καιρὸν ὥρας 1 Th 2:17.
    as a temporal indicator, reckoned from the beginning of the day (6 hours or 6 A.M., our time) or the night (18 hours or 6 P.M.) (Plut. et al.; Appian, Mithrid. 19 §72 ἑβδόμης ὥρας=at the 7th hour or 1 P.M.; SIG 671A, 9 [162/160 B.C.] ὥρας δευτέρας; 736, 109 [92 B.C.] ἀπὸ τετάρτας ὥρας ἕως ἑβδόμας; Jos., Vi. 279 ἕκτη ὥ.; Mitt-Wilck. I/2, 1 II, 21 [246 B.C.] περὶ ὀγδόην ὥραν; PTebt 15, 2 [II B.C.]; Sb 5252, 20 [I A.D.] ἀφʼ ὥρας ὀγδόης; EpArist 303 μέχρι μὲν ὥρας ἐνάτης) ἕως ὥρας δευτέρας until the second hour (=8 A.M.) Hs 9, 11, 7. ὥρα τρίτη nine o’clock (A.M.) Mk 15:25 (Goodsp., Probs. 68f); Ac 2:15 (τῆς ἡμέρας); περὶ τρίτην ὥραν about nine o’clock (Appian, Bell. Civ. 2, 45 §182 περὶ τρίτην ὥραν ἡμέρας) Mt 20:3; ἀπὸ τρίτης ὥρας τῆς νύκτος by nine o’clock at night (= 21 hours, or simply tonight) Ac 23:23 (TestAbr A 5 p. 82, 11 [Stone p. 12] περὶ ὥραν τρίτην τῆς νυκτός; cp. ibid. B 6 p. 109, 27 [St. p. 66]; Jos., Bell. 6, 68; 79 ἀπὸ ἐνάτης ὥ. τῆς νυκτὸς εἰς ἑβδόμην τῆς ἡμέρας). ἀπὸ ὥρας ε´ (=πέμπτης) ἕως δεκάτης from eleven o’clock in the morning until four in the afternoon (= 16 hours) Ac 19:9 v.l. περὶ ὥραν πέμπτην (PTebt 15, 2 [114 B.C.]; POxy 1114, 24 περὶ ὥ. τρίτην) at eleven o’clock (A.M.) Hv 3, 1, 2. ὥρα ἕκτη twelve o’clock noon Mt 20:5; 27:45a; Mk 15:33a; Lk 23:44a; J 4:6 (ὥρα ὡς ἕκτη about noon; TestJos 8:1 ὥρα ὡσεὶ ἕκτη; ParJer 1:11 ἕκτην ὥραν τῆς νυκτός); 19:14 (ὥρα ὡς ἕκτη); Ac 10:9. ἐχθὲς ὥραν ἑβδόμην yesterday at one o’clock in the afternoon (= 13 hours) J 4:52b (on the use of the acc. to express a point of time s. Hdb. ad loc.; Soph., Lex. I 44; B-D-F §161, 3; Rob. 470). ὥρᾳ ὀγδόῃ at two o’clock in the afternoon (= 14 hours) MPol 21. ὥρα ἐνάτη three in the afternoon (= 15 hours) Mt 20:5; 27:45f; Mk 15:33b, 34; Lk 23:44b; Ac 3:1 (ἐπὶ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς τὴν ἐνάτην); 10:3 (ὡσεὶ περὶ ὥ. ἐνάτην τῆς ἡμέρας); ὥρας θ´ AcPl Ha 11, 3; περὶ ὥραν ἐνάτην GJs 2:4; GPt 6:22 (TestAbr B 12 p. 117, 2 [Stone p. 82] κατὰ τὴν ἐνάτην ὥραν). ὥρα ὡς δεκάτη about four in the afternoon (= 16 hours) J 1:39. ἑνδεκάτη ὥρα five o’clock in the afternoon (= 17 hours) Mt 20:(6, without ὥρα), 9. ἀπὸ τετάρτης ἡμέρας μέχρι ταύτης τῆς ὥρας ἤμην τὴν ἐνάτην προσευχόμενος four days ago, reckoned from (=at) this very hour, I was praying at three o’clock in the afternoon (= 15 hours) Ac 10:30 (echoing vs. 3, but inelegantly phrased; s. comm. on the textual problems). ἐπύθετο τὴν ὥραν ἐν ᾗ … he inquired at what timeJ 4:52a; cp. vs. 53 (cp. Ael. Arist. 50, 56 K.=26 p. 519 D.: … τὴν ὥραν αἰσθάνομαι … ἐκείνην, ἐν ᾗ … ; 47, 56 K.=23 p. 459 D.: ἀφυπνιζόμην κ. εὗρον ἐκείνην τὴν ὥραν οὖσαν, ᾗπερ …). ᾗ ἡμέρᾳ καὶ ὥρᾳ ἐμαρτύρησεν ὁ Πολύκαρπος the very day and hour that … EpilMosq 4.—Less definite are the indications of time in such expressions as ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας up to the present moment 1 Cor 4:11. πᾶσαν ὥραν hour after hour, every hour, constantly (Ex 18:22; Lev 16:2; JosAs 15:7; Ar. [Milne 76, 34]; cp. TestJob 10:1 πάσας ὥρας) 15:30. Also καθʼ ὥραν (Strabo 15, 1, 55; Ps.-Clem., Hom. 3, 69) 2 Cl 12:1. αὐτῇ τῇ ὥρᾳ at that very time, at once, instantly (oft. pap, e.g. POxy 235, 7 [I A.D.]; Da 3:6, 15; TestAbr B 12 p. 116, 27 [Stone p. 80]; GrBar 14:1; 15:1; ApcMos 20) Lk 2:38; 24:33; Ac 16:18; 22:13.
    a point of time as an occasion for an event, time (BGU 1816, 12 [I B.C.] πρὸ ὥρας=before the right time) ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ Mt 8:13; 10:19; 18:1 (v.l. ἡμέρᾳ); 26:55; Mk 13:11; Lk 7:21; Ac 16:33; Rv 11:13; MPol 7:2a; GJs 20:2 (only pap). Likew. ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ Lk 10:21; 12:12; 13:31; 20:19 (on both expressions s. JJeremias, ZNW 42, ’49, 214–17). ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης from that time on, at once Mt 9:22; 15:28; 17:18; J 19:27. ὥρα ἐν ᾗ J 5:28. ὥρα ὅτε 4:21, 23; 5:25; 16:25 (cp. ApcMos 17 περὶ ὥραν ὅταν). ὥρα ἵνα 16:2, 32. W. gen. of thing, the time for which has come (Diod S 13, 94, 1; Ael. Aristid. 51, 1 K.=27 p. 534 D.; PGM 1, 221 ἀνάγκης; JosAs 3:3 μεσημβρίας … καὶ ἀρίστου; ApcMos 42 [of Eve’s request] ἐν τῇ ὥρᾳ τῆς τελευτῆς αὐτῆς; Jos., Ant. 7, 326 ὥ. ἀρίστου; SibOr 4, 56) ἡ ὥρα τοῦ θυμιάματος Lk 1:10; τοῦ δείπνου 14:17, cp. MPol 7:1a; τοῦ πειρασμοῦ Rv 3:10; τῆς κρίσεως 14:7; τῆς δοξολογίας αὐτοῦ GJs 13:1; τοῦ ἀσπασμοῦ 24:1; ἡ ὥρα αὐτῶν the time for them J 16:4; w. the gen. (of the Passover) to be supplied Lk 22:14. Also w. inf. (Hom. et al.; Lucian, Dial. Deor. 20, 1; Aelian, VH 1, 21) ἡ ὥρα θερίσαι the time to reap Rv 14:15 (cp. Theopomp. [IV B.C.]: 115 Fgm. 31 Jac. θερινὴ ὥ.; Paus. 2, 35, 4 ὥ. θέρους). Also acc. w. inf. (Gen 29:7) ὥρα (ἐστιν) ὑμᾶς ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι Ro 13:11.—W. gen. of pers. the time of or for someone to do or to suffer someth. (cp. Philo, Leg. ad Gai. 168 σὸς νῦν ὁ καιρός ἐστιν, ἐπέγειρε σαυτόν) of a woman who is to give birth (cp. GrBar 3:5 ἐν τῇ ὥρᾳ τοῦ τεκεῖν αὐτήν) ἡ ὥρα αὐτῆς J 16:21 (v.l. ἡμέρα, s. ἡμέρα 3, beg.).—Lk 22:53. Esp. of Jesus, of whose ὥρα J speaks, as the time of his death (Diod S 15, 87, 6: the dying Epaminondas says ὥρα ἐστὶ τελευτᾶν. Cp. MPol 8:1 τοῦ ἐξιέναι) and of the glorification which is inextricably bound up w. it ἡ ὥρα αὐτοῦ J 7:30; 8:20; 13:1 (foll. by ἵνα); cp. ἡ ὥρα μου 2:4 (s. Hdb. ad loc.). ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ 12:23. ἡ ὥρα αὕτη 12:27ab. Also abs. ἐλήλυθεν ἡ ὥρα 17:1 (AGeorge, ‘L’heure’ de J 17, RB 61, ’54, 392–97); cp. Mt 26:45; Mk 14:35, 41.—ἐσχάτη ὥρα the last hour in the present age of the world’s existence 1J 2:18ab.—CCowling, Mark’s Use of ὥρα, Australian Biblical Review 5, ’56, 153–60. EBickermann, Chronology of the Ancient World 2 ’80, 13–16.—B. 954 and esp. 1001. DELG. M-M. EDNT. TW.

    Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία > ὥρα

Look at other dictionaries:

  • — I huāng (1)  ㄏㄨㄤˉ (2) 翌日; 明日。 (3) 郑码: SHKQ, U: 671A, GBK: 964D (4) 笔画数: 11, 部首: 月, 笔顺编号: 41525113511 II máng (1)  ㄇㄤˊ (2) 古同 忙 , 遽; 急忙。 (3) 古同 盲 。 (4) 郑码: SHKQ, U: 671A, GBK: 964D (5) 笔画数: 11, 部首: 月, 笔顺编号: 41525113511 III wáng …   International standard chinese characters dictionary

  • Phormium cookianum — Mountain flax being visited by a tui Scientific classification …   Wikipedia

  • NATO-Code-Name — Die NATO Codenamen waren Bezeichnungen für Waffen, Waffensysteme, Ausrüstungsteile und Fahrzeuge der Warschauer Pakt Staaten oder anderer Staaten wie der Volksrepublik China und Nordkorea. In einigen Veröffentlichungen werden die Bezeichnungen… …   Deutsch Wikipedia

  • NATO-Codename — Die NATO Codenamen waren Bezeichnungen für Waffen, Waffensysteme, Ausrüstungsteile und Fahrzeuge der Warschauer Pakt Staaten oder anderer Staaten wie der Volksrepublik China und Nordkorea. In einigen Veröffentlichungen werden die Bezeichnungen… …   Deutsch Wikipedia

  • NATO-Meldename — Die NATO Codenamen waren Bezeichnungen für Waffen, Waffensysteme, Ausrüstungsteile und Fahrzeuge der Warschauer Pakt Staaten oder anderer Staaten wie der Volksrepublik China und Nordkorea. In einigen Veröffentlichungen werden die Bezeichnungen… …   Deutsch Wikipedia

  • Nato-Codename — Die NATO Codenamen waren Bezeichnungen für Waffen, Waffensysteme, Ausrüstungsteile und Fahrzeuge der Warschauer Pakt Staaten oder anderer Staaten wie der Volksrepublik China und Nordkorea. In einigen Veröffentlichungen werden die Bezeichnungen… …   Deutsch Wikipedia

  • Catégories socioprofessionnelles — Liste des professions et catégories socioprofessionnelles en France Sommaire 1 Liste 2 Articles connexes 3 Liens externes // …   Wikipédia en Français

  • Code NAF — Le code NAF est l un des codes INSEE. C est la Nomenclature des Activités Françaises. Elle permet la codification de l APE, c est à dire de l activité principale exercée dans l entreprise ou l association. Cette nomenclature d activités… …   Wikipédia en Français

  • Codes NAF — Code NAF Le code NAF est l un des codes INSEE. C est la Nomenclature des Activités Françaises. Elle permet la codification de l APE, c est à dire de l activité principale exercée dans l entreprise ou l association. Cette nomenclature d activités… …   Wikipédia en Français

  • Liste Des Professions Et Catégories Socioprofessionnelles En France — Sommaire 1 Liste 2 Articles connexes 3 Liens externes // …   Wikipédia en Français

  • Liste des professions et catégories socioprofessionnelles en France — Sommaire 1 Liste 2 Articles connexes …   Wikipédia en Français

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.