Translation: from greek to english

ὁμῶλαξ

Look at other dictionaries:

  • ομώλαξ — ὁμῶλαξ, ακος, ὁ, ἡ (Α) (δωρ. τ.) βλ. ομαύλαξ …   Dictionary of Greek

  • ὁμῶλαξ — ὁμαῦλαξ with adjoining lands masc/fem nom/voc sg (doric) ὁμῶλαξ with adjoining lands masc/fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ομαύλαξ — ὁμαῡλαξ και δωρ. τ. ὁμῶλαξ, ακος, ὁ, ἡ (Α) αυτός που έχει κοινά σύνορα με κάποιον, γείτονας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο) * + αὖλαξ] …   Dictionary of Greek

  • ὁμώλακα — ὁμώ̱λακα , ὁμαῦλαξ with adjoining lands masc/fem acc sg (doric) ὁμώ̱λακα , ὁμῶλαξ with adjoining lands masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁμώλακας — ὁμώ̱λακας , ὁμαῦλαξ with adjoining lands masc/fem acc pl (doric) ὁμώ̱λακας , ὁμῶλαξ with adjoining lands masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὁμώλακες — ὁμώ̱λακες , ὁμαῦλαξ with adjoining lands masc/fem nom/voc pl (doric) ὁμώ̱λακες , ὁμῶλαξ with adjoining lands masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.