Nothing was found.

Try to search in all languages

or change your search query.

Look at other dictionaries:

  • ονάλα — ὀνάλα, ἁ (Α) (θεσσαλικός τ.) ανάλωμα, δαπάνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀναλῶ (για την πρόθεση ον βλ. λ. ανα ), πιθ. αναλογικά προς το ουσ. δαπάνη. Στην Αρκαδική, αντίθετα, μαρτυρείται τ. δαπανούμενα, κατά το ἀναλούμενα] …   Dictionary of Greek

  • ονάλουμα — ὀνάλουμα, τὸ (Α) ονάλα*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀναλῶ (βλ. λ. ονάλα)] …   Dictionary of Greek

  • Aeolic Greek — For the architectural style, see Aeolic order. Distribution of Greek dialects in the classical period.[1] Western group …   Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.