Translation: from greek to english

from english to greek

ὀμφαλός

  • 1 ὀμφαλός

    Grammatical information: m.
    Meaning: `navel, navel string' (Il.), very often metaph. of navelformed elevations, `shield knob, yoke knob' (Il.), `center' (α 50).
    Compounds: Compp., e.g. ὀμφαλη-τόμος f. `cutter of the navel string, midwife' (Hippon., Hp.; - η- rhythmic-analogical, Schwyzer 438 f.), μεσ-όμφαλος "in the middle of the navel", `in the center', esp. of Delphi and its oracle (trag.), also `with a navel (an elevation) in the center' (trag., com.); also with enlargement of the 2. member, e.g. ἐπ-ομφάλ-ιος `situated on the navel (the shield knob)' (H 267, Parth.; Schwyzer 451, Strömberg Prefix Studies 79), also `equipped with a navel' (AP 6, 22).
    Derivatives: 1. Dimin. ὀμφάλιον n. (Arat., Nic.); 2. ὀμφαλίς f. `navel string' (Sor.); 3. ὀμφαλ-όεις `equipped with a ὀ. ' (Il.; cf. Trümpy Fachausdrücke 24 f.), - ωτός `id.' (Pherecr., Plb.), - ώδης '.-like' (Arist.), - ιος `belonging to the ὀ.' (AP), - ικός `id.' (Phan. Hist.); 4. ὀμφαλιστήρ, - ῆρος m. `knife used for cutting the navel string' (Poll., H.; cf. on βραχιονιστήρ).
    Origin: IE [Indo-European] [314] * h₃enbh-, *h₃m̥bh-, * h₃nebh- `navel'
    Etymology: Old word for `navel' with close agreements in Lat. umbil-īcus (prob. from * umbilus = ὀμφαλός), OIr. imbliu (PCelt. * imbilon-, IE *h₃m̥bh-); with this orig. athemat. l-stem (still in the Epirotic tribal name Ὄμφαλ-ος [gen. sg.], - ες [nom. pl.] retained?, s. Schwyzer 484 w. lit.) alternates an n-stem in Lat. umbō, - ōnis m. `boss of a shield', prob. also in a Westgerm. word for `belly, abdomen', OHG amban (sec. a-st.), -on m., OS (nom.) acc. pl. m. ambon, PGm. * amban-, IE * ombhon- (cf. on ὄμφαξ); on the l: n-variation cf. ἀγκάλη: ἀγκών. -- Beside these mainly western forms stand, primarily in the East, the in ablaut quite deviating Skt. nā́bhi- f. `navel, nave', OPr. nabis `id.', Latv. naba `navel', Germ., e.g. OHG naba f. `nave of a wheel', nabalo m. `navel' (l-suffix a in ὀμφαλός etc.), IE *h₃nĕbh-. Further forms w. lit. - and quite hypothetical combinations - in WP. 1, 130, Pok. 314 f., W.-Hofmann s. umbilīcus.
    Page in Frisk: 2,391-392

    Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό) > ὀμφαλός

  • 2 Ομφαλός

    Ὀμφαλός
    nom sg

    Morphologia Graeca > Ομφαλός

  • 3 ομφαλός

    ὀμφαλός
    navel: masc nom sg

    Morphologia Graeca > ομφαλός

  • 4 ὀμφαλός

    ὀμφᾰλός (acc. only.)
    a of the Delphic shrine of Apollo.

    πὰρ μέσον ὀμφαλὸν εὐδένδροιο ματέρος P. 4.74

    ὀμφαλὸν ἐριβρόμου χθονὸς ἐς νάιον προσοιχόμενοι P. 6.3

    ἰόντι γᾶς ὀμφαλὸν παρ' ἀοίδιμον P. 8.59

    Πυθῶνά τε καὶ ὀρθοδίκαν γᾶς ὀμφαλὸν κελαδήσετ P. 11.10

    παρὰ μέγαν ὀμφαλὸν εὐρυκόλπου μόλεν χθονός N. 7.33

    χθονὸς ὀμφαλὸν παρὰ σκιάεντα Pae. 6.17

    γᾶς παρ' ὀμφαλὸν εὐρύν Pae. 6.120

    ]ος ὀμφαλόν (εὐκάρπ[ου χθον]ὸς supp. Snell ex alio frag. papyri) fr. 215b. 12. test. Strabo, 9. 3. 6, καὶ ἐκάλεσαν τῆς γῆς ὀμφαλόν, προσπλάσαντες καὶ μῦθον, ὅν φησι Πίνδαρος, ὅτι συμπέσοιεν ἐνταῦθα οἱ αἰετοὶ οἱ ἀφεθέντες ὑπὸ τοῦ Διός, ὁ μὲν ἀπὸ τῆς δύσεως, ὁ δ' ἀπὸ τῆς ἀνατολῆς fr. 54, cf. Paus., 10. 16. 3.
    b centre, heart θεοί, πολύβατον οἵ τ' ἄστεος ὀμφαλὸν θυόεντ ἐν ταῖς ἱεραῖς Ἀθάναις ὀιχνεῖτε πανδαίδαλον τ εὐκλἔ ἀγοράν fr. 75. 3.

    Lexicon to Pindar > ὀμφαλός

  • 5 ὀμφαλός

    A navel, Il.4.525, 13.568, Hdt.7.60, etc.
    2 umbilical cord, Hp.Superf.8, Oct.10, Sor.1.57, Gal.15.387.
    II anything like a navel,
    1 knob or boss, Il.11.34 ; esp. in middle of shield, 13.192, etc.
    2 button or knob in the middle of a yoke, 24.273.
    3 plug or valve closing outlet of bath, Timarch. ap. Ath.11.501f ; cf. βαλανειόμφαλος.
    4 pl., knobs at ends of stick round which books wererolled, Luc.Merc.Cond.41, Ind.7,16,AP9.540.
    III centre or middle point:

    νήσῳ ἐν ἀμφιρύτῃ, ὅθι τ' ὀ. ἐστι θαλάσσης Od.1.50

    (only here in Od.) ; later Delphi (or rather a round stone in the Delphic temple) was called ὀ. as marking the middle point of Earth, Pi.P.4.74, B.4.4, A.Eu.40, 166(lyr.), cf. Pl.R. 427c, Str.9.3.6, Paus. 10.16.3 ; also of an altar at Megara, Simon.107.9 (= IG7.53) ; ἄστεος ὀ., at Athens, Pi.Fr.75.3 ; νήσου ὀ., of Enna in Sicily, v.l. in Call. Cer.15, cf. Cic.Verr.4.48.106.
    2 central part of a rose, containing the seed-vessel, Arist.Pr. 907a20 ; of a pomegranate, Hp.Nat.Mul. 44, Gal.12.649 ; knob on an oak-gall, Thphr.HP3.7.5 ; button-shaped stalk of the fig, Gp.10.56.2.
    3 centre of an army, Poll.1.126 ; prop. the point at which an army is divided into two wings, Ascl. Tact.2.6, cf. Arr.Tact.8.4, Ael.Tact.7.3.
    4 keystone of an arched vault, Arist.Mu. 399b30.
    5 vault, tomb, MAMA3.402,712 ([place name] Corycus).
    IV γῆς ὀ., = κοτυληδών, navel-wort, Cotyledon Umbilicus, Ps.-Dsc.4.91. (Cf. Lat. umbilicus, umbo, prob. from ombh-: Skt. nābhis, OE. nafel 'navel', apptly. from ombh-.)

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > ὀμφαλός

  • 6 ὀμφαλός

    ὀμφαλός (cf. umbilicus): navel, Il. 4.525, Il. 21.180; fig., θαλάσσης, Od. 1.50; then (1) of a shield, boss, the projection in the centre ending in a button or point; pl., studs, serving as ornaments, Il. 11.34.— (2) of a yoke, knob, or pin, on the centre (see cut No. 45 α), Il. 24.273. The Assyrians had the same (see cut No. 51), while the Egyptians ornamented the ends of the yoke with a ball of brass. (See cut No. 92 on next page.)

    A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό) > ὀμφαλός

  • 7 ὀμφαλός

    -οῦ N 2 0-2-1-2-0=5 Jgs 9,37; Ez 38,12; Jb 40,16; Ct 7,3
    navel Ct 7,3; centre, middle Jgs 9,37

    Lust (λαγνεία) > ὀμφαλός

Look at other dictionaries:

  • ομφαλός — ομφαλός, ο και αφαλός, ο 1. μικρό κοίλωμα στο μέσο της κοιλιάς απ όπου ξεκινά ο ομφάλιος λώρος του εμβρύου και απ όπου τρέφεται τούτο, αλλ. αφάλι. 2. φρ., «Μου λύθηκε ο αφαλός από το γέλιο», γέλασα πολύ. «Θα σου λύσω τον αφαλό στο ξύλο», θα σε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ὀμφαλός — nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀμφαλός — navel masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ομφαλός — ο (ΑΜ ὁμφαλός) 1. οπή τής κοιλιάς τού εμβρύου για τη δίοδο τών ομφαλικών αγγείων, στην περιφέρεια τής οποίας προσφύεται το περίβλημα τού ομφάλιου λώρου 2. το μέσο τού σώματος (α. «από τον ομφαλό και πάνω» β. «γυμνὰς δὲ ὀμφαλοῡ μέχρι θεώμενος τὰς… …   Dictionary of Greek

  • ομφαλός — [омфалос] ουσ. α …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Омфал — (Όμφαλος греч. пуп ) по греческому сказанию, упавший с неба камень (метеорит) в Дельфах, означавший середину, как бы пуп земли, представлявшейся в виде плоского щита; хранился в святилище Аполлона и почитался как божество, обвивался повязками,… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • ОМФАЛ —    • Όμφαλός,        1. umbo, шишка, остроконечное возвышение посередине щита, ε̉πομφάλιον, которое делалось частью для того, чтобы по его бокам скользили стрелы, частью же им наносили удары в рукопашной схватке;        2. так называют греческие… …   Реальный словарь классических древностей

  • ὀμφαλοῖς — ὀμφαλός navel masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀμφαλοί — ὀμφαλός navel masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀμφαλοῦ — ὀμφαλός navel masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀμφαλούς — ὀμφαλός navel masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.