Translation: from greek to english

from english to greek

ἱερεία

Look at other dictionaries:

  • ἱερεία — ἱερείᾱ , ἱέρεια a priestess fem nom/voc/acc dual ἱερείᾱ , ἱερεία sacrifice fem nom/voc/acc dual ἱερείᾱ , ἱερεία sacrifice fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱερείᾳ — ἱερείᾱͅ , ἱέρεια a priestess fem dat sg (attic doric aeolic) ἱερείᾱͅ , ἱερεία sacrifice fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιερεία — ἱερεία, ἡ (Α) 1. θυσία 2. εορτή 3. ιερατεία 4. το άδυτο τού ναού. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για τον κυπριακό τ. ἰερηFίyα, επίσης θηλ. τού ιερεύς* (πρβλ. ιέρεια), ο οποίος φαίνεται να δηλώνει περισσότερο τον ιερό τόπο, το άδυτο, παρά την ιέρεια] …   Dictionary of Greek

  • ἱέρεια — a priestess fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιέρεια — ἡ (ΑΜ ἱέρεια, Α ιων. τ. ἱρείη, επικ. τ. ἱερέη και ἱερῇ, δωρ. τ. ἱρέα και ἱαρέα και ἱαρία) αφοσιωμένη σε κάποιο θεό, επιφορτισμένη να τελεί θρησκευτικές τελετές νεοελλ. «ιέρεια τής τέχνης» διάσημη ηθοποιός. [ΕΤΥΜΟΛ. Θηλ. τού ιερεύς* (πρβλ.… …   Dictionary of Greek

  • ιέρεια — η γυναίκα που ασκεί τα καθήκοντα του ιερέα: Ιέρεια του ναού της Αφροδίτης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἱερεῖα — ἱερεῖον victim neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱερείας — ἱερείᾱς , ἱέρεια a priestess fem acc pl ἱερείᾱς , ἱέρεια a priestess fem gen sg (attic doric aeolic) ἱερείᾱς , ἱερεία sacrifice fem acc pl ἱερείᾱς , ἱερεία sacrifice fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πυθία — Ιέρεια του μαντείου του Απόλλωνα στους Δελφούς, η οποία έδινε τους χρησμούς. Αφού πλενόταν με το νερό της Κασταλίας και έπινε από το νερό της ίδιας πηγής ή της Κασσοτίδας και αφού μασούσε φύλλα δάφνης, χρησμοδοτούσε σε κατάσταση έκστασης,… …   Dictionary of Greek

  • ἱερειῶν — ἱέρεια a priestess fem gen pl ἱερεία sacrifice fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱερείαις — ἱέρεια a priestess fem dat pl ἱερεία sacrifice fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.