Translation: from greek to english

ἱέρ-ισσα

Look at other dictionaries:

  • λεόντισσα — λεόντισσα, ἡ (Α) η λέαινα. [ΕΤΥΜΟΛ. < λέων, οντος + επίθημα ισσα (πρβλ. βασίλ ισσα, ιέρ ισσα)] …   Dictionary of Greek

  • ταριχοπράτισσα — ἡ, Α γυναίκα έμπορος παστών ψαριών. [ΕΤΥΜΟΛ. < τάριχος «παστό ψάρι» + πράτης + επίθημα ισσα (πρβλ. ἱέρ ισσα)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.