Translation: from greek to english


Look at other dictionaries:

  • ιδιοπάθεια — η (Α ἰδιοπάθεια) [ιδιοπαθής] νόσος που έχει τοπική προέλευση νεοελλ. νόσος τής οποίας η αιτιολογία είναι άγνωστη …   Dictionary of Greek

  • ιδιοπαθώ — ιδιοπαθῶ, έω (Α) [ιδιοπαθής] 1. έχω ιδιοπάθεια 2. δείχνω προσωπικό ενδιαφέρον, λαμβάνω σοβαρά υπ όψιν μου κάτι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.