Translation: from greek

ἤμαθ

Look at other dictionaries:

  • Ἤμαθ' — Ἤμαθε , Ἤμαθος masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἤμαθ' — ἤματα , ἦμαρ day neut nom/voc/acc pl ἤματι , ἦμαρ day neut dat sg ἤματε , ἦμαρ day neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αιμάθ — Ελληνική απόδοση από τους Ο’ του εβραϊκού Χαμάτ, αρχαιότατης χετιτικής πόλης της Συρίας κοντά στον Ορόντη ποταμό. Στην Παλαιά Διαθήκη απαντάται και ως Εμάθ (Αριθ. λδ’ 8, Ιησ. Ναυή ιγ’ 5) ή Ημάθ (Γ’ Βασιλ. η’ 65). Στην εύφορη περιοχή της ο Σολομών …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.