Translation: from greek to english

ἕδος

Look at other dictionaries:

  • έδος — ἕδος, το (Α) 1. κάθισμα, θρόνος 2. κατοικία, διαμονή, ιδίως θεών («ἵκοντο θεῶν ἕδος», Ιλ.) 3. τόπος διαμονής («ἕδος Ἰθάκης» Ιθάκη, Οδ.) 4. άγαλμα καθισμένου θεού 5. ναός 6. θεμέλιο, βάση 7. το να καθίσει κάποιος κάπου. [ΕΤΥΜΟΛ. Ανάγεται σε IE… …   Dictionary of Greek

  • ἕδος — sitting place neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀθανάτων ἔδος. — ἀθανάτων ἔδος. См. Олимп …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ἕδει — ἕδος sitting place neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἕδεϊ , ἕδος sitting place neut dat sg (epic ionic) ἕδος sitting place neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕδη — ἕδος sitting place neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἕδος sitting place neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑδέεσσιν — ἕδος sitting place neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑδέων — ἕδος sitting place neut gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑδῶν — ἕδος sitting place neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕδεα — ἕδος sitting place neut nom/voc/acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕδεσι — ἕδος sitting place neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕδεσιν — ἕδος sitting place neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.