Translation: from greek to english

ἔμπρῳρος

Look at other dictionaries:

  • έμπρωρος — η, ο (Α ἔμπρωρος, ον) 1. (για πλοίο) αυτός που γέρνει προς την πρώρα, επειδή το κέντρο βάρους του βρίσκεται προς το μέρος της 2. (για ιστό) αυτός που γέρνει προς την πρώρα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.