Translation: from greek to english

ἔκνομος

Look at other dictionaries:

  • ἔκνομος — outlawed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκνομος — η, ο (AM ἔκνομος, ον) παράνομος, άδικος («ἐκνομη ενέργεια») μσν. νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το έκνομον παρανομία αρχ. 1. αποκηρυγμένος 2. τερατώδης, αποτρόπαιος …   Dictionary of Greek

  • έκνομος — η, ο άνομος, παράνομος, αθέμιτος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐκνομώτατον — ἔκνομος outlawed masc acc superl sg ἔκνομος outlawed neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκνόμως — ἔκνομος outlawed adverbial ἔκνομος outlawed masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκνομον — ἔκνομος outlawed masc/fem acc sg ἔκνομος outlawed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκνομωτάτη — ἔκνομος outlawed fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκνομωτάτην — ἔκνομος outlawed fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκνομωτάτης — ἔκνομος outlawed fem gen superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκνομωτάτοις — ἔκνομος outlawed masc/neut dat superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκνομωτάτου — ἔκνομος outlawed masc/neut gen superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.