Translation: from greek to english

ἔδομαι

Look at other dictionaries:

  • ἔδομαι — ἔδω eat fut ind mid 1st sg (epic) ἔδω eat pres ind mp 1st sg (epic) ἐσθίω eat fut ind mid 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Conjugaisons Du Grec Ancien — Contrairement aux usages en vigueur dans les autres articles de Wikipédia, les termes grecs ne seront pas translittérés. Cet article s adresse en effet à des lecteurs sachant déjà lire le grec. Le système de conjugaisons du grec ancien est rendu… …   Wikipédia en Français

  • Conjugaisons du grec ancien — Contrairement aux usages en vigueur dans les autres articles de Wikipédia, les termes grecs ne seront pas translittérés. Cet article s adresse en effet à des lecteurs sachant déjà lire le grec. Le système de conjugaisons du grec ancien est rendu… …   Wikipédia en Français

  • Grec (conjugaison) — Conjugaisons du grec ancien Contrairement aux usages en vigueur dans les autres articles de Wikipédia, les termes grecs ne seront pas translittérés. Cet article s adresse en effet à des lecteurs sachant déjà lire le grec. Le système de… …   Wikipédia en Français

  • έδω — ἔδω (Α) 1. τρώω 2. καταναλώνω, σπαταλώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Η ρίζα *ed «τρώω», στην οποία ανάγεται το ρήμα, εμφανίζεται κυρίως στο επικό απαρμφ. έδμεναι ενός αρχαίου αθέματου ενεστ., καθώς και στην υποτακτ. σε θέση μέλλοντος έδομαι (πρβλ. χεττ. ed mi «τρώω» …   Dictionary of Greek

  • ανέδεστος — ἀνέδεστος, ον [έδομαι] ο μη φαγώσιμος …   Dictionary of Greek

  • πίνω — ΝΜΑ, αιολ. τ. πώνω Α 1. εισάγω στο στομάχι υγρό από το στόμα 2. (με ειδική σημ.) καταναλώνω κρασί ή άλλα οινοπνευματώδη ποτά (α. «αυτός πίνει πολύ» β. «οὕτω πίνοντας πρὸς ἡδονήν», Πλάτ.) 3. μτφ. απορροφώ, ρουφώ, τραβώ (α. «το φαΐ ήπιε όλο το… …   Dictionary of Greek

  • πύματος — άτη, ον, Α 1. έσχατος, τελευταίος (α. «πυμάτας ὤτρυνε φάλαγγας», Ομ. Ιλ. β. «οὖτιν ἐγὼ πύματον ἔδομαι», Ομ. Οδ.) 2. ο τελείως εξωτερικός, εξώτατος 3. αυτός που βρίσκεται στην κορυφή ή στην άκρη («ῥινὸς ὕπερ πυμάτης» πάνω από τη ρίζα τής μύτης, Ομ …   Dictionary of Greek

  • φάγομαι — και σπάν. ενεργ τ. φάγω Α τρώγω («πρόσελθε ὦδε καὶ φάγεσαι τῶν ἄρτων», ΠΔ). [ΕΤΥΜΟΛ. Μέλλ. σχηματισμένος από τον αόρ. β φαγεῖν τού ρ. ἐσθίω «τρώγω» αναλογικά προς τους τ. ἔδομαι, πίομαι] …   Dictionary of Greek

  • ՈՒՏԵՄ — (կերայ կամ կերի, կե՛ր. ն. եւ կր. ուտի, ուտիցի, կերիցի. կերաւ, իբր կերեալ եղեւ.) NBH 2 0557 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 12c, 13c, 14c (լծ. յն. լտ. էտօ, կամ է՛տօմե ). ἕδω , մանաւանդ ἕδομαι, φάγω, φάγομαι edo, comedo τρώγω …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • ed- (*heĝh-) —     ed (*heĝh )     English meaning: to eat, *tooth     Note: From an older root (*heĝh ) derived Root ed (*heĝh ): “to eat, *tooth” and Root ĝembh , ĝm̥bh : “to bite; tooth”     Deutsche Übersetzung: “essen”     Note: originally athematic,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.