Translation: from greek

ἔγκρισις

Look at other dictionaries:

  • ἔγκρισις — approval fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκρίσει — ἔγκρισις approval fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἐγκρίσεϊ , ἔγκρισις approval fem dat sg (epic) ἔγκρισις approval fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκρίσεις — ἔγκρισις approval fem nom/voc pl (attic epic) ἔγκρισις approval fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγκρισιν — ἔγκρισις approval fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • PEPROBANDI mos — in Sacris Graecorum Certaminibus, indigitatur Artemidoro, l. 1. c. 61. Non enim ad ea unicuique descendere, nomenque suum inter Athletas profiteri licuit, sed iis solum, qui eâ spe eôque honore digni haberentur. Ita pueris primo id negatum, quae… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • έγκριση — (Νομ.). Η απαιτούμενη –σε ορισμένες περιπτώσεις– συγκατάθεση ενός προσώπου μετά την επιχείρηση μιας δικαιοπραξίας, προκειμένου να εξασφαλιστεί το κύρος της και μάλιστα αναδρομικά. Έτσι, η εκ των υστέρων έ. των πράξεων ενός δικηγόρου που ενήργησε… …   Dictionary of Greek

  • ἐγκρίσεως — ἐγκρίσεω̆ς , ἔγκρισις approval fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.