Translation: from greek

ἑτερό-κλῐτος

Look at other dictionaries:

  • μονόκλιτος — η, ο (Α μονόκλιτος, ον) νεοελλ. (για ναό) αυτός που έχει ένα μόνο κλίτος («μονόκλιτος ναός» απλή ορθογώνια εκκλησία που αποτελείται από ένα μόνο κλίτος και στεγάζεται κυρίως με θολωτή οροφή) αρχ. γραμμ. αυτός που έχει έναν μόνο τύπο κατά την… …   Dictionary of Greek

  • ετερόκλιτος — η, ο (ΑΜ ἑτερόκλιτος, ον) (για ονόματα ή ρήματα) αυτός που κλίνεται ανώμαλα («Ζευς, Διός», «πυρ, πυρά», «φέρω, οίσω, ήνεγκον») νεοελλ. ο ετεροκλινής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + κλιτός (< κλίνω) πρβλ. ά κλιτος] …   Dictionary of Greek

  • πρωτόκλιτος — η, ο / πρωτόκλιτος, ον, ΝΜ νεοελλ. γραμμ. α) αυτός που κλίνεται σύμφωνα με την πρώτη κλίση β) (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα πρωτόκλιτα τα ονόματα τα οποία, σύμφωνα με τον παραδοσιακό τρόπο κατηγοριοποίησης τής κλίσης τών ονομάτων, κυρίως τής αρχαίας …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.