Translation: from greek

ἑτεροσχημάτιστον

Look at other dictionaries:

  • ἑτεροσχημάτιστον — ἑτεροσχημάτιστος differently formed masc/fem acc sg ἑτεροσχημάτιστος differently formed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετεροσχημάτιστος — ἑτεροσχημάτιστος, ον (Α) 1. αυτός που είναι διαφορετικά σχηματισμένος 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἑτεροσχημάτιστον η εναλλαγή γραμματικού τύπου ως ρητορικό σχήμα, όπως ενός ρήματος σε μετοχή ή μιας εγκλίσεως ρήματος σε άλλη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * +… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.