Translation: from greek to english

ἑτεροδυναμία

Look at other dictionaries:

  • ετεροδυναμία — ἑτεροδυναμία, ἡ (Α) [ετεροδύναμος] η αλλαγή, η μετατόπιση τἡς δύναμης …   Dictionary of Greek

  • ἑτεροδυναμίας — ἑτεροδυναμίᾱς , ἑτεροδυναμία shifting of strength fem acc pl ἑτεροδυναμίᾱς , ἑτεροδυναμία shifting of strength fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.