Translation: from greek

ἑπτάπλευρον

Look at other dictionaries:

  • ἑπτάπλευρον — having seven ribs neut nom/voc/acc sg ἑπτάπλευρος having seven ribs masc/fem acc sg ἑπτάπλευρος having seven ribs neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπταπλεύρων — ἑπτάπλευρον having seven ribs neut gen pl ἑπτάπλευρος having seven ribs masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επτάπλευρος — η, ο (AM ἑπτάπλευρος, ον) αυτός που έχει επτά πλευρές νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το επτάπλευρο γεωμετρικό σχήμα με επτά πλευρές και επτά γωνίες αρχ. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἑπτάπλευρον ονομασία τού φυτού αρνόγλωσσον …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.