Translation: from greek

ἑξάπλευρα

Look at other dictionaries:

  • ἑξάπλευρα — ἑξάπλευρος with six sides neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ενδοδερμίδα — Φυτικός ιστός. Αποτελείται από μια στιβάδα εξειδικευμένων κυττάρων που συνήθως βρίσκονται στις ρίζες, αλλά πολλές φορές και στον βλαστό. Στη ρίζα η ε. κατασκευάζει μια συνεχή θήκη, πάχους ενός κυττάρου. Τα κύτταρά της δεν έχουν μεσοκυττάριους… …   Dictionary of Greek

  • διοπτάσιος — Σπάνιο ορυκτό, ένυδρο πυριτικό άλας χαλκού, του τύπου CuSiO3 Η2Ο. Είναι μέλος της ομάδας των πυριτικών ορυκτών και κρυσταλλώνεται στο τριγωνικό σύστημα. Οι κρύσταλλοι του δ. σχηματίζουν δέσμες, είναι πρισματικοί με εξάπλευρα άκρα και παράλληλες… …   Dictionary of Greek

  • κεμμερερίτης — Ορυκτό, γνωστό και ως χρωμιούχος χλωρίτης με χημικό τύπο Mg5(Al,Cr)2Si3O10(OH)8. Κρυσταλλώνεται στο μονοκλινές σύστημα σχηματίζοντας εξάπλευρα σχήματα. Παρουσιάζει σκληρότητα 2 2,5 στην ορυκτολογική κλίμακα και ειδικό βάρος 2,64 g/cm3. Έχει βαθύ… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.