Translation: from greek to english

ἑλικοβόστρυχος

Look at other dictionaries:

  • ελικοβόστρυχος — ἑλικοβόστρυχος, ον (Α) αυτός που έχει σγουρά μαλλιά …   Dictionary of Greek

  • ἑλικοβοστρύχους — ἑλικοβόστρυχος with curling hair masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έλικας — ο και έλικα, η (ΑΜ ἕλιξ, η Α και εἷλιξ, η) 1. σπειροειδής, κουλουριαστή γραμμή 2. κόσμημα σε σχήμα έλικα, βραχιόλι, δαχτυλίδι, σκουλαρίκι 3. το σχήμα με τις συστροφές τού όστρακου τού κοχλία 4. οι συστροφές τών εντέρων 5. νηματοειδές τμήμα τού… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.