Translation: from greek

ἑκατογκέφαλος

Look at other dictionaries:

  • ἑκατογκέφαλος — masc/fem nom sg ἑκατογκεφάλας hundred headed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατογκέφαλον — ἑκατογκέφαλος masc/fem acc sg ἑκατογκέφαλος neut nom/voc/acc sg ἑκατογκεφάλας hundred headed masc/fem acc sg ἑκατογκεφάλας hundred headed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατογκεφάλοις — ἑκατογκέφαλος masc/fem/neut dat pl ἑκατογκεφάλας hundred headed masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατογκεφάλου — ἑκατογκέφαλος masc/fem/neut gen sg ἑκατογκεφάλας hundred headed masc gen sg (doric) ἑκατογκεφάλας hundred headed masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκατογκέφαλοι — ἑκατογκέφαλος masc/fem nom/voc pl ἑκατογκεφάλας hundred headed masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκατό — οι, τα (AM ἑκατόν, οι, αι, τα Α και αρκαδικός τύπος ἑκατόν) 1. απόλυτο αριθμητικό που δηλώνει την ποσότητα τών δέκα δεκάδων 2. στρογγυλός αριθμός που εκφράζει αόριστο πλήθος ή μεγάλο αριθμό νεοελλ. 1. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα εκατό το εκατοστό… …   Dictionary of Greek

  • κεφαλή — Το άνω άκρο του ανθρώπινου σώματος ή το πρόσθιο μέρος του σώματος των ζώων, όπου εδράζεται ο εγκέφαλος, η είσοδος του πεπτικού σωλήνα, τα αισθητήρια όργανα, περισσότερο ή λιγότερο τελειοποιημένα, καθώς και άλλες δομές, όπως οι τρίχες. Η κ. των… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.