Translation: from greek to english

ἐφορίων

  • 1 εφορίων

    ἐφόριος
    bordering on: fem gen pl
    ἐφόριος
    bordering on: masc /neut gen pl
    ἐφοράω
    oversee: pres part act masc nom sg (epic doric ionic)
    ἐποράω
    pres part act masc nom sg (doric ionic)

    Morphologia Graeca > εφορίων

Look at other dictionaries:

  • ἐφορίων — ἐφόριος bordering on fem gen pl ἐφόριος bordering on masc/neut gen pl ἐφοράω oversee pres part act masc nom sg (epic doric ionic) ἐποράω pres part act masc nom sg (doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δημητριάδης, Κωνσταντίνος — I (Στενήμαχος Ανατολικής Ρωμυλίας 1881 – Αθήνα 1944). Γλύπτης και ακαδημαϊκός. Μαθήτευσε αρχικά στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας με δάσκαλο τον Γεώργιο Βρούτο. Μετά την αποφοίτησή του και ύστερα από μία περίοδο σύντομης διαμονής στο Μόναχο,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.