Translation: from greek to english

ἐφοδευτής

Look at other dictionaries:

  • εφοδευτής — ο (Α ἐφοδευτής) [εφοδεύω] ο αξιωματικός που κάνει έφοδο για έλεγχο, για επιθεώρηση τών φρουρών …   Dictionary of Greek

  • εφοδευτικώς — ἐφοδευτικώς (Α) επίρρ. επιτροχάδην, ως εν παρόδω. [ΕΤΥΜΟΛ. < αμάρτυρο *εφοδευτικός (< εφοδευτής)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.