Translation: from greek to english

ἐφημοσύνη

Look at other dictionaries:

  • εφημοσύνη — ἐφημοσύνη, ἡ (Α) [εφίημι] εντολή, διαταγή, παραίνεση …   Dictionary of Greek

  • ἐφημοσύνη — command fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύνῃ — ἐφημοσύνη command fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύναις — ἐφημοσύνη command fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύναισι — ἐφημοσύνη command fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύνην — ἐφημοσύνη command fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύνης — ἐφημοσύνη command fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύνῃς — ἐφημοσύνη command fem dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύνῃσι — ἐφημοσύνη command fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύνῃσιν — ἐφημοσύνη command fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημοσύνᾳ — ἐφημοσύναι , ἐφημοσύνη command fem nom/voc pl ἐφημοσύνᾱͅ , ἐφημοσύνη command fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.