Translation: from greek to english

ἐφεβδοματικός

Look at other dictionaries:

  • εφεβδοματικός — ἐφεβδοματικός, ή, όν (Α) πάπ. επόπτης, ο προϊστάμενος τής εβδομάδας. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ἑβδοματικός, παράλλ. τ. τού ἑβδομαδικός (< ἑβδομάς)] …   Dictionary of Greek

  • ἐφεβδοματικούς — ἐφεβδοματικός presiding over the week masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.