Translation: from greek to english

from english to greek

ἐφίμερος

Look at other dictionaries:

  • εφίμερος — ἐφίμερος, ον (Α) επιθυμητός, ποθητός, αγαπητός («ἡ τέκνων ὄψις ἐφίμερος προσλεύσσειν ἐμοί», Σοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ἵμερος «ποθητός»] …   Dictionary of Greek

  • ἐφίμερος — ἐφί̱μερος , ἐφίμερος desired masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφίμερον — ἐφί̱μερον , ἐφίμερος desired masc/fem acc sg ἐφί̱μερον , ἐφίμερος desired neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ίμερος — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ακόλουθος της θεάς Αφροδίτης, σύντροφος του Έρωτα, του Αντέρωτα και του Πόθου, προσωποποίηση της ερωτικής επιθυμίας. Κατά τον Όμηρο, ο Ί. και ο Έρωτας ήταν απρόσωποι. Αργότερα όμως προσωποποιήθηκαν από τον Ησίοδο ως… …   Dictionary of Greek

  • επιίμερος — ἐπιίμερος, ον (ιων. τ. τού ἐφίμερος*) (Μ) ποθητός …   Dictionary of Greek

  • ἐφιμέρου — ἐφῑμέρου , ἐφίμερος desired masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφίμεροι — ἐφί̱μεροι , ἐφίμερος desired masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.