Translation: from greek to english

ἐσχατιώτης

Look at other dictionaries:

  • εσχατιώτης — ἐσχατιώτης, ὁ (θηλ. ἐσχατιῶτις) (Α) [εσχατιά] επιγρ. αυτός που βρίσκεται στα σύνορα, στις εσχατιές ως κύριο όνομα από το προσηγ. ἐσχατιά …   Dictionary of Greek

  • -ιώτης — (AM ιώτης) κατάλ. ουσιαστικών τής Ελληνικής, η οποία σχηματίστηκε από τη σύναψη τού επιθήματος ώτης με το ληκτικό στοιχείο ι τού θέματος ορισμένων λέξεων (πρβλ. επαρχία: επαρχ ι ώτης, στάσις: στασ ι ώτης) η κατάλ. ώτης αποτελεί επηυξημένη μορφή… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.