Translation: from greek to english

ἐρικυδής

Look at other dictionaries:

  • ερικυδής — ἐρικυδής, ες (Α) 1. αυτός που έχει μεγάλη δόξα, ο πολύ ένδοξος (ιδιαίτερα για θεούς και τους απογόνους τους) 2. λαμπρός, πλούσιος (α. «δαὶς ἐρικυδής» λαμπρό συμπόσιο, Ομ. Ιλ. β. «ἐρικυδέα δῶρα» πλούσια δώρα, Ομ. Ιλ.) 3. ο ακμαίος, ο γεμάτος ζωή… …   Dictionary of Greek

  • ἐρικυδής — ἐρικῡδής , ἐρικυδής very famous masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρικυδῆ — ἐρικῡδῆ , ἐρικυδής very famous neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἐρικῡδῆ , ἐρικυδής very famous masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἐρικῡδῆ , ἐρικυδής very famous masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρικυδέα — ἐρικῡδέα , ἐρικυδής very famous neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἐρικῡδέα , ἐρικυδής very famous masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρικυδές — ἐρικῡδές , ἐρικυδής very famous masc/fem voc sg ἐρικῡδές , ἐρικυδής very famous neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρικυδέστατον — ἐρικῡδέστατον , ἐρικυδής very famous masc acc superl sg ἐρικῡδέστατον , ἐρικυδής very famous neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερι- — (I) ἐρι (Α) αχώριστο μόριο (όπως το αρι ) που επιτείνει την έννοια τών λέξεων στις οποίες προστίθεται ως α’ συνθετικό (π.χ. α. εριαυγής πάρα πολύ λαμπρός, φωτεινότατος β. ερίτιμος πολύτιμος, εντιμότατος γ. εριβρεμέτης* αυτός που βροντάει ισχυρά,… …   Dictionary of Greek

  • κύδος — (I) κύδος, ὁ (Α) ονειδισμός, βρισιά. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για υποχωρητ. σχηματισμό από το κυδάζομαι]. (II) κῡδος, τὸ (Α) 1. δόξα, φήμη, ιδίως αυτή που αποκτά κάποιος στον πόλεμο («ὡς γὰρ θεὸς ναῶν ἔδωκε κῡδος Ἕλλησιν μάχης», Αισχύλ.) 2. ως… …   Dictionary of Greek

  • ἐρικυδέας — ἐρικῡδέας , ἐρικυδής very famous masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρικυδέες — ἐρικῡδέες , ἐρικυδής very famous masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρικυδέι — ἐρικῡδέϊ , ἐρικυδής very famous dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.