Translation: from greek

ἐρημο-πλάνος

Look at other dictionaries:

  • ποντοπλάνος — ον, Α αυτός που πλανάται ανά τα πελάγη. [ΕΤΥΜΟΛ. < πόντος + πλάνος (< πλανῶμαι), πρβλ. ερημο πλάνος] …   Dictionary of Greek

  • ερημοπλάνος — ἐρημοπλάνος, ον (Α) αυτός που πλανιέται μόνος, στην ερημιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερημο (< έρημος*) + πλάνος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.