Translation: from greek

ἐρεβίνθων

Look at other dictionaries:

  • ἐρεβίνθων — ἐρέβινθος chick pea masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀρεβίνθων — ἐρεβίνθων , ἐρέβινθος chick pea masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φρύγω — ΝΜΑ, και φρύττω ΜΑ, και φρύσσω Α φρυγανίζω, ξεροψήνω, καβουρντίζω (α. «φρυγμένα σύκα» β. «φρυγέντα καρπόν», Γεωπ. γ. «φρυγομένων ἐρεβίνθων», Γαλ.) αρχ. 1. (για τον ήλιο) ξηραίνω με την θερμότητά μου («σκιερὴν δ ὑπὸ φηγὸν ἡελίου φρύγοντος… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.