Translation: from greek

ἐραστούς

Look at other dictionaries:

  • ἐραστούς — ἐραστός beloved masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εράστους, Τόμας — (Thomas Erastus, Μπάντεν 1524 – Βασιλεία 1583). Ελβετός θεολόγος και γιατρός. Σπούδασε θεολογία στη Βασιλεία και ιατρική στην Μπολόνια και στην Πάντοβα και εξελλήνισε ο ίδιος το όνομά του (LieberLiebler). Υπήρξε οπαδός του Καλβίνου, γιατρός του… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.