Translation: from greek

ἐραστεῦσαι

Look at other dictionaries:

  • ἐραστεῦσαι — ἐραστεύω aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εραστεύω — ἐραστεύω (Α) [εραστής] έχω έρωτα, πόθο, επιθυμία για κάτι («ἐραστεῡσαι γάμων», Αισχύλ.) …   Dictionary of Greek

  • χερνήτης — ὁ, Α 1. χερνής* (α. «Ὀδυσσεὺς χερνήτου λαβὼν σχῆμα», Σέξτ. Εμπ. β. «τῶν γέννα μεγαλυνομένων ὄντα χερνήταν ἐραστεῡσαι γάμων», Αισχύλ.) 2. (κατά τον Ευστ.) «χερνήτης, λάτρις, χειροτέχνης, ἀπὸ χειρὸς ζῶν. Και πάλιν χερνήτης, πένης, χειρόβιος».… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.