Translation: from greek to english

ἐρέκτης

Look at other dictionaries:

  • ἐρέκτης — one who splits masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρέκτας — ἐρέκτᾱς , ἐρέκτης one who splits masc acc pl ἐρέκτᾱς , ἐρέκτης one who splits masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερείκτης — ἐρείκτης και ἐρέκτης, ὁ (Α) [ερείκω] αυτός που κοπανίζει, αλέθει δημητριακούς καρπούς ή όσπρια …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.