Translation: from greek

ἐπιτυφῶ

Look at other dictionaries:

  • επιτυφώ — ἐπιτυφῶ, όω (Α) τυφώ* (κατά τον Μοίριν) «ἐπιτεθυμμένον, ἀττικῶς ἐπιτετυφωμένον ἢ ἐπικεκαυμένον, ἑλληνικῶς». [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + τυφώ «τυφλώνω (με καπνό)» (< τύφος)] …   Dictionary of Greek

  • ἐπιτυφῶ — ἐπιτύφομαι to be burnt up aor subj pass 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεπιτυφώ — όω, Α μτφ. ενισχύω κάποιον στους κομπασμούς του. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἐπιτυφῶ «κατακαίω, φλογίζω»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.