Translation: from greek

ἐπινοητική

Look at other dictionaries:

  • ἐπινοητική — ἐπινοητικός inventive fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κάρβις — κάρβις, ὁ (Α) (κατά τον Ησύχ.) μαστροπός. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Εικάζεται κάποια συγγένεια με το λατ. caris(s)a «επιδέξια, επινοητική γυναίκα»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.