Translation: from greek

ἐμφράξει

  • 1 εμφράξει

    ἔμφραξις
    stoppage: fem nom /voc /acc dual (attic epic)
    ἐμφράξεϊ, ἔμφραξις
    stoppage: fem dat sg (epic)
    ἔμφραξις
    stoppage: fem dat sg (attic ionic)
    ἐμφράσσω
    bar a passage: aor subj act 3rd sg (epic)
    ἐμφράσσω
    bar a passage: fut ind mid 2nd sg
    ἐμφράσσω
    bar a passage: fut ind act 3rd sg
    ἐμφράσσω
    bar a passage: aor subj act 3rd sg (epic)
    ἐμφράσσω
    bar a passage: fut ind mid 2nd sg
    ἐμφράσσω
    bar a passage: fut ind act 3rd sg

    Morphologia Graeca > εμφράξει

Look at other dictionaries:

  • ἐμφράξει — ἔμφραξις stoppage fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἐμφράξεϊ , ἔμφραξις stoppage fem dat sg (epic) ἔμφραξις stoppage fem dat sg (attic ionic) ἐμφράσσω bar a passage aor subj act 3rd sg (epic) ἐμφράσσω bar a passage fut ind mid 2nd sg ἐμφράσσω bar …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ένθετος — η, ο (AM ἔνθετος, ον) [εντίθημι] αυτός που έχει τοποθετηθεί, παρεμβληθεί, ενταχθεί κάπου νεοελλ. 1. ναυτ. «ένθετοι λέμβοι» οι βάρκες που τοποθετούνται πάνω στο κατάστρωμα τού πλοίου σε αντιδιαστολή με τις «κρεμαστές» 2. (οδοντ.) «ένθετα δόντια»… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.