Translation: from greek to english

from english to greek

ἅπαξ

  • 1 ἅπαξ

    + M
    [*]D7-31-2-7-7=54 Gn 18,32; Ex 30,10(bis); Lv 16,34; Nm 16,21
    once, once only, once for all Dt 9,13; once in (a year) [τινος] Ex 30,10; τὸ ἅπαξ for once Jgs 15,3
    τὸ ἅπαξ τοῦτο at this moment 2 Sm 17,7; ἅπαξ καὶ ἅπαξ for MT בפעם כפעם formerly, at former times
    JgsB 16,20; ἔτι ἅπαξ yet once Gn 18,32
    Cf. SPICQ 1978a, 110-113; →NIDNTT; TWNT

    Lust (λαγνεία) > ἅπαξ

  • 2 άπαξ

    ἅπαξ
    once: indeclform (adverb)

    Morphologia Graeca > άπαξ

  • 3 ἅπαξ

    ἅπαξ adv. (Hom.+; Tat. 6, 1 [Hb 9:26?]) ‘once’.
    as a numer. term pert. to a single occurrence, once, ἅ. ἐλιθάσθην I was stoned once 2 Cor 11:25. ἅ. πεφανέρωται Hb 9:26. ἅ. ἀποθανεῖν vs. 27 (Proverbia Aesopi 141 P.: ‹πλέον ἢ› ἅπαξ οὐδεὶς ἄνθρωπος θνῄσκει); cp. 1 Pt 3:18. ἅ. προσενεχθείς Hb 9:28. W. gen. foll. ἅ. τοῦ ἐνιαυτοῦ (Hdt. 2, 59; Ex 30:10; Lev 16:34) once a year Hb 9:7. ἔτι ἅ. (2 Macc 3:37; Judg 16:18, 28; TestAbr A 85, 15 [Stone p. 18] al.) once more=for the last time (Aeschyl., Ag. 1322; Judg 6:39) 12:26f (Hg 2:6). ἅ. καὶ δίς (Dionys. Hal. 8, 56, 1 οὐχ ἅ. ἀλλὰ καὶ δίς; Ael. Aristid. 36, 91 K.=48 p. 474 D.: ἅ. ἢ δίς; Anna Comn., Alexias 3, 3 ed. Reiff. I 102, 17 καὶ ἅ. καὶ δίς; 1 Km 17:39; 2 Esdr 23:20; 1 Macc 3:30) again and again, more than once (LMorris, NovT 1, ’56, 205–8) Phil 4:16; 1 Th 2:18; 1 Cl 53:3 (Dt 9:13). W. weakening of the numer. idea ἐπεὶ ἅ. (Thu. 7, 44, 7; X., An. 1, 9, 10; Menand., PDidot 36 S. p. 329; Menand., Dyscolos 392; Chion, Ep. 14, 1; POxy 1102, 8 ἐπεὶ ἄ. προσῆλθε τῇ κληρονομίᾳ) since for once Hv 3, 3, 4; m 4, 4, 1.
    pert. to a single occurrence and decisively unique, once and for all (Hippocr., Ep. 27, 41; Aelian, VH 2, 30; Philostrat., Ep. 7, 2; PLips 34, 20; 35, 19; Ps 88:36; PsSol 12:6; TestAbr 20 p. 103, 1 [Stone p. 54]; Philo, Ebr. 198; Jos., Bell. 2, 158, Ant. 4, 140; Just., A I, 61, 5) Hb 10:2; Jd 3, 5.—Sim. once (Alciphron 1, 8, 4; 1, 10, 2) Hb 6:4.—DELG s.v. πάξ and πήγνυμι. EDNT. M-M. TW. Spicq.

    Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία > ἅπαξ

  • 4 ἅπαξ

    ἅπαξ [ᾰπ], Adv.
    A once, once only, once for all, first in Od.,

    ὅτε τ' ἄλλοι ἅ. θνῄσκουσ' ἄνθρωποι 12.22

    ; ἅ... ἀπὸ θυμὸν ὀλέσσαι ib. 350;

    ἀπαλλάχθηθ' ἅ. E.Cyc. 600

    ; οὐχ ἅ. μόνον more than once, A.Pr. 211;

    ἅ... κοὐχὶ δίς S.OC 1208

    ;

    πολλάκις καὶ οὐχὶ ἅ. Hdt.7.46

    ;

    πολλάκις τε κοὐχ ἅ. S.OT 1275

    ;

    μὴ ἅ. ἀλλὰ πολλάκις Antipho 1.3

    , cf. Pl.Lg. 711a;

    μὴ δίς, ἀλλ' ἅ. μόνον Arist.Pol. 1299a10

    ; of the self-creation of

    Νοῦς, τὴν ποίησιν αὑτοῦ.. ἅ. εἶναι Plot.6.8.21

    ; ἅ. ἔτι yet this once, A.Ag. 1322; τὸ ἅ. τοῦτο at this moment, LXX2 Ki.17.7; ἅ. δυοῖν ποδοῖν, i.e. two square feet ( 1 x 2), opp. δυοῖν δίς ( 2 x 2), four, Pl.Men. 82c.
    2 c. gen., ἅ. τοῦ ἐνιαυτοῦ, ἔτεος ἑκάστου ἅ., Hdt.2.59, 4.105; also

    ἐν τῷ ἐνιαυτῷ ἅ. Id.2.132

    .
    3 once on a time, formerly,

    ἅ. καὶ ἅ. LXXJd.20.30

    .
    II without any notion of number, after conditional and temporal Particles, if once, when once, εἴπερ ἐσπείσω γ' ἅ. if once you have made a treaty, Ar.Ach. 307. cf. 923;

    ἢν ἅ. ἁλῷ Id.V. 898

    , cf. Av. 342;

    ἂν ἅ. τις ἀποθάνῃ Amphis 8

    ;

    ἐπειδήπερ γ' ἅ. ἐμοὶ σεαυτὸν παραδέδωκας Ar.V. 1129

    ;

    ἐπεὶ ἅ. ἐταράχθησαν Th.7.44

    ;

    ὡς ἅ. ἤρξατο X.HG5.4.58

    ;

    ἐπεὶ ἅ. αὐτοῖς φίλος ἐγένετο Id.An.1.9.10

    , cf. 3.2.25, Isoc.12.242;

    ὡς ἅ. ἐγκλήματα ἐταράχθη D.18.151

    : so with part.,

    ἐπὶ γᾶν ἅ. πεσὸν... αἷμα A.Ag. 1019

    (lyr.);

    ἅ. θανόντος οὔτις ἔστ' ἀνάστασις Id.Eu. 648

    ;

    ἅ. ἐλθόντες Pl.Prm. 165e

    , cf. Ep.Hebr.6.4, etc. (ἁ- = sṃ (cf. εἷς) ; -παξ akin to πήγνυμι.)

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > ἅπαξ

  • 5 ἅπαξ

    ἅπαξ: once; ‘once for all,’ Od. 12.350. (Od.)

    A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό) > ἅπαξ

  • 6 ἅπαξ

    Grammatical information: adv.
    Meaning: `once' (Od.).
    Origin: IE [Indo-European] [787] *peh₂ǵ- `make solid'
    Etymology: From \< *sm̥- `one' (cf. εἷς) and - παξ, to πήγνυμι (cf. ὀδάξ, λάξ, ἀναμίξ etc.), with adverbial .
    Page in Frisk: 1,118

    Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό) > ἅπαξ

Look at other dictionaries:

  • ἅπαξ — once indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άπαξ — (AM ἅπαξ) επίρρ. μία φορά, μία μόνο φορά νεοελλ. 1. όταν, μόλις, αφού, εφόσον 2. φρ. «άπαξ διαπαντός», μια για πάντα, οριστικά «εφάπαξ», το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε μία μόνο δόση 1. αρχ. 1. άλλοτε, κάποτε, παλαιότερα, μια φορά 2. φρ.… …   Dictionary of Greek

  • άπαξ — [апакс] εκίρ. один раз, однажды …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Βέλτιον... θανεῖν ἅπαξ ἢ διὰ βίον τρέμειν. — См. Один бы конец! …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Autos epha — Alpha Inhaltsverzeichnis 1 Ἀγεωμέτρητος μηδεὶς εἰσίτω 2 Άγιον Όρος …   Deutsch Wikipedia

  • Hapax legomenon — Rank frequency plot for words in the novel Moby Dick. About 44% of the distinct set of words in this novel, such as matrimonial , occur only once, and so are hapax legomena (red). About 17%, such as dexterity , are dis legomena (blue). Zipf s law …   Wikipedia

  • Geflügelte Worte (Antike) — Alpha und Omega, Anfang und Ende, kombiniert zu einem Buchstaben Diese Liste ist eine Sammlung alt und neugriechischer Phrasen, Sprichwörter und Redewendungen. Sie beschreibt ihren Gebrauch und gibt, wo möglich, die Quellen an. Graeca non… …   Deutsch Wikipedia

  • Hápax — o Hapax legomenon es la expresión que se utiliza para designar una palabra que ha aparecido registrada solamente una vez en un idioma dado. Braquilogía (cfr. Braquigrafía) de hápax legómenon (άπάξ λεγόμενον) o hápax eirémenon [proviene del griego …   Wikipedia Español

  • Числительное в праиндоевропейском языке — …   Википедия

  • Έλληνας — και Έλλην, ο (θηλ. Ελληνίδα, η) (AM Ἕλλην θηλ. ἑλληνίς, η και Α ἑλλανίς) αυτός που κατάγεται από την Ελλάδα ή κατοικεί μόνιμα σε αυτήν νεοελλ. εκείνος που έχει ελληνική ιθαγένεια ή υπηκοότητα αρχ. μσν. 1. «ὁ ἐξ ἐθνῶν», ο Εθνικός, σε αντίθεση προς …   Dictionary of Greek

  • ένας — (I) ἔνας και δωρ. τ. ἔνος (Α) την τρίτη ημέρα, μεθαύριο. (II) μία και μια, ένα και εις, μία, εν (AM εἷς, μία, ἕν, Μ και ἕνας, μία, ἕνα) 1. αριθμητικό που εκφράζει την έννοια τής μονάδας («εἷς βασιλεύς», Ομ.) 2. συχνά με έμφαση («πιστεύω εἰς ἕνα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.