Translation: from greek to english

ἄρον

Look at other dictionaries:

  • ἇρον — ἄρον , ἄρον cuckoo pint neut nom/voc/acc sg ἆ̱ρον , ἀρόω plough imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) ἆ̱ρον , ἀρόω plough imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἄρον , αἴρω attach aor ind act 3rd pl (epic doric aeolic) ἄρον , αἴρω attach aor… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • .άρον — ἄρον , ἄρον cuckoo pint neut nom/voc/acc sg ἄρον , αἴρω attach aor ind act 3rd pl (epic doric aeolic) ἄρον , αἴρω attach aor ind act 1st sg (epic doric aeolic) ἔρον , ἔρος 1 love masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρον — cuckoo pint neut nom/voc/acc sg ἀρόω plough imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) ἀρόω plough imperf ind act 1st sg (homeric ionic) αἴρω attach aor ind act 3rd pl (epic doric aeolic) αἴρω attach aor ind act 1st sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἆρον — ἆ̱ρον , ἀρόω plough imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) ἆ̱ρον , ἀρόω plough imperf ind act 1st sg (doric aeolic) αἴρω attach aor imperat act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άρον άρον — (ως επίρρ.) (Α ἆρον ἆρον) 1. γρήγορα γρήγορα, το συντομότερο 2. με τη βία. [ΕΤΥΜΟΛ. Από την ευαγγελική φρ. (Ιωάνν. 19, 15) «άρον άρον, σταύρωσον αυτόν», όπου το άρον προστακτική αόρ. του αρχ. ρ. αίρω «σηκώνω»] …   Dictionary of Greek

  • άρον άρον — επίρρ. τροπ., βιαστικά, γρήγορα, αμέσως (από την ευαγγελική φράση «άρον άρον, σταύρωσον αυτόν»): Τον πήραν άρον άρον στην εκδρομή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Γκόλντσμιτ, Μέιρ Αρόν — (Meir Aron Goldschmidt, Βόρντινγκμποργκ 1819 – Κοπεγχάγη 1887).Δανός συγγραφέας, εβραϊκής καταγωγής. Ανατράφηκε σύμφωνα με τις εβραϊκές παραδόσεις και ίδρυσε τη σατιρική–επαναστατική εβδομαδιαία εφημερίδα Ο κουρσάρος (1840 46), με την οποία… …   Dictionary of Greek

  • ὦρον — ἄρον , ἄρον cuckoo pint neut nom/voc/acc sg ἆ̱ρον , ἀρόω plough imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) ἆ̱ρον , ἀρόω plough imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἄρον , αἴρω attach aor ind act 3rd pl (epic doric aeolic) ἄρον , αἴρω attach aor… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρω — ἄρον cuckoo pint neut nom/voc/acc dual ἄρον cuckoo pint neut gen sg (doric aeolic) ἄ̱ρω , ἀρόω plough imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀρόω plough pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) ἄ̱ρω , αἴρω attach aor ind mid 2nd sg (doric aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄροιο — ἄρον cuckoo pint neut gen sg (epic) αἴρω attach aor opt mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρου — ἄρον cuckoo pint neut gen sg ἄ̱ρου , ἀρόω plough imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀρόω plough pres imperat act 2nd sg ἀρόω plough imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) αἴρω attach aor ind mid 2nd sg (attic epic doric aeolic) ἄ̱ρου , αἴρω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.