Translation: from greek to english

ἄορνα

Look at other dictionaries:

  • Ἄορνα — Ἄορνον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄορνα — ἄορνος without birds neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • JERNE et JERNIA — JERNE, et JERNIA vel (quod inde detortum) Hibernia, ins. in Occid. Oceano non procul a Britannia, quae, ob situm depressiorem, caelo soloque utitur humecto, cui agilitas incolarum assignatur, et nervi flexiliter molles. Lacubus abundat;… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • άορνος — Ονομασία δύο αρχαίωνπόλεων. 1. Πόλη της Θεσπρωτίας που είχε νεκρομαντείο. Στην περιοχή αναδίδονταν αναθυμιάσεις που καθιστούσαν αδύνατη τη ζωήστα πουλιά (στερητικό α + ορνός). 2. Μία από τις μεγαλύτερες πόλεις της Βακτριανής. Την κατέλαβε o Mέγας …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.