Translation: from greek to english

from english to greek

ἄμπελος

  • 1 άμπελος

    ἄμπελος
    grape-vine: fem nom sg
    ——————
    ἄμπελος, ἄμπελος
    grape-vine: fem nom sg

    Morphologia Graeca > άμπελος

  • 2 ἄμπελος

    ἄμπελος, ου, ἡ (Hom.+; ins, pap, LXX; En 32:4; JosAs, GrBar, EpArist, Philo; Jos., Ant. 12, 75 κλήματα ἀμπέλων σὺν βότρυσιν; Just.; Ath. 22:6f; Did., Gen. 31, 27; s. Frisk s.v. on futile attempts to establish I-E. or Semitic origin) vine, grapevine
    lit. 1 Cl 23:4=2 Cl 11:3 (quot. of unknown orig.); Hs 5, 2, 5; 5, 2; 9, 26, 4. τὸ γένημα τῆς ἀ. (cp. Is 32:12) Mt 26:29; Mk 14:25; Lk 22:18. μὴ δύναται ποιῆσαι ἄ. σῦκα; can a grapevine yield figs? Js 3:12 (Plut., Mor. 472e τὴν ἄμπελον σῦκα φέρειν οὐκ ἀξιοῦμεν; Epict. 2, 20, 18 πῶς δύναται ἄμπελος μὴ ἀμπελικῶς κινεῖσθαι, ἀλλʼ ἐλαϊκῶς κτλ.;). Trained on elm trees Hs 2:1ff. τρυγᾶν τοὺς βότρυας τῆς ἀ. τῆς γῆς to harvest the grapes fr. the vine of the earth (i.e. fr. the earth, symbol. repr. as a grapevine) Rv 14:18f; but ἀ may be taking on the meaning of ἀμπελών, as oft. in pap, possibly PHib 70b, 2 [III B.C.]; PTebt 24, 3; PAmh 79, 56; PFlor 50, 2; Greek Parchments fr. Avroman in Medina (JHS 34, 1914); Aelian, NA 11, 32 p. 286, 12 Hercher acc. to the mss. (see p. xl); Themistius 21 p. 245d; Aesop mss. (Ursing 77f). In the endtime: dies, in quibus vineae nascentur, singulae decem milia palmitum habentes Papias (1:2; cp. En 10:19).—Lit. on οἶνος 1 and συκῆ. HLutz, Viticulture … in the Ancient Orient 1922; ILöw, D. Flora d. Juden I 1928, 48–189.
    fig. of Christ and his disciples: he is the vine, they the branches J 15:1, 4f (cp. Cornutus 27 p. 51, 3, where the pleasant state for the ἄμπ. is τὸ πολυφόρον κ. καθαρόν; Sir 24:17 of wisdom: ἐγὼ ὡς ἄ. ἐβλάστησα χάριν; Did., Gen. 86, 11 ἡ ψυχὴ ποτὲ μὲν ἄμπελος, ποτὲ δὲ πρόβατον, ποτὲ νύμφη … λέγεται). The words of the eucharistic prayer over the cup in D 9:2 cannot be explained w. certainty εὐχαριστοῦμέν σοι … ὑπὲρ τῆς ἁγίας ἀ. Δαυὶδ τοῦ παιδός σου, ἧς ἐγνώρισας ἡμῖν διὰ Ἰησοῦ τοῦ παιδός σου (s. AHarnack, TU II 1f, 1884 ad loc.; 6, 225ff; RKnopf, Hdb. ad loc.)—M-M. TW.

    Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία > ἄμπελος

  • 3 Αμπελος

    Ἄμπελος
    masc nom sg

    Morphologia Graeca > Αμπελος

  • 4 ἄμπελος

    Βλ. λ. άμπελος

    Morphologia Graeca > ἄμπελος

  • 5 ἄμπελος

    1 vine

    φιάλαν ἔνδον ἀμπέλου καχλάζοισαν δρόσῳ O. 7.2

    νωμάτω φιάλαισι βιατὰν ἀμπέλου παῖδ i. e. wine N. 9.52 ]γονουτουν ἀμπελ[ Πα. 13c. 10.

    Lexicon to Pindar > ἄμπελος

  • 6 ἄμπελος

    -ου + N 2 11-10-33-11-6=71 Gn 40,9.10; 49,11; Lv 25,3.4
    vine Gn 49,11; grape Ct 2,15; vineyard Gn 40,9; wine (meton.) 2 Kgs 18,31
    ἄμπελος σωρηχ (σωρηχ = רקשׂ) choice vine Is 5,2
    →NIDNTT; TWNT

    Lust (λαγνεία) > ἄμπελος

  • 7 ἄμπελος

    ἄμπελος, , any climbing plant with tendrils, esp.
    A grape-vine, Vitis vinifera (

    ἄ. οἰνοφόρος Dsc.4.181

    ; ἄ.τῆς Ἴδης is a variety, V.v. apyrena, grape-currant, Thphr.HP3.17.4), Hom. (not in Il. exc. in Adj. ἀμπελόεις), etc.;

    πυροὶ καὶ κριθαὶ καὶ ἄμπελοι Od.9.110

    , cf. 133, Alc.44, Hdt. 4.195, etc.;

    ἄ. καὶ ἐλάαν καὶ τὰ ἄλλα ἀκρόδρυα Thphr.HP4.4.11

    ; ἄ. τὴν περὶ τὸ ἱερὸν κόπτοντες, in collective sense (cf. ἵππος, ἡ), Th.4.90; of wine,

    ἀμπέλου δρόσος Pi.O.7.2

    ;

    ἀμπέλου παῖς Id.N.9.52

    .
    2

    ἄ. ἀγρία

    wild vine, Vitis silvestris,

    Dsc.4.181

    , 5.2, Plin.HN23.19:—also = ἄ. λευκή, Thphr.9.14.1, 9.20.3, Gal.14.186.
    3

    ἄ. λευκή

    bryony, Bryonia cretica,

    Dsc.4.182

    , Gal.11.826 (but λευκὴ ἄ. white grape, Thphr.CP1.20.5).
    4

    ἄ μέλαινα

    black bryony, Tamus communis,

    Dsc.4.183

    , Gal.11.827.
    5

    ἄ. ποντία

    wrack, Fucus volubilis,

    Thphr.HP4.6.9

    .
    II vineyard, Ael.NA11.32.
    III engine for protecting besiegers, mantlet, Apollod.Poliorc.141.7.
    IV measure of length, = 20 παλαισταί, Hero *Deff.131.
    V = αἰγιαλός (Cyren.), Hsch.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > ἄμπελος

  • 8 ἄμπελος

    ἄμπελος, fem.: grape - vine, vine. (Od.)

    A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό) > ἄμπελος

  • 9 ἄμπελος

    Grammatical information: f.
    Meaning: `grape-vine, Vitis vinifera' (Il.).
    Derivatives: ἀμπελόεις (Ιλ.); ἀμπελών m. `vineyard' (Aeschin. 2, 156 [v. l.]; ἀμπελίων m. name of an unknown bird (Dionys. Av., s. Thompson Birds s. v.).
    Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
    Etymology: Cannot be explained from IE; generally considered as a substratum word. - On pre-Rom. * ampua s. Hubschmid Zeitschr. f. rom. Phil. 66, 15ff.
    Page in Frisk: 1,95

    Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό) > ἄμπελος

Look at other dictionaries:

  • άμπελος — η виноград как христианский символ. В Священном Писании виноградные лозы и виноград очень часто служат для иносказательных выражений. Виноградная лоза считалась у иудеев символом всего, что только было сильно, красиво и полезно. Потому в… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἅμπελος — ἄμπελος , ἄμπελος grape vine fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄμπελος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄμπελος — grape vine fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άμπελος — I Αρχαία πόλη της Κρήτης, στον σημερινό νομό Λασιθίου. Με την ίδια ονομασία υπάρχει και μικρό νησί στον Κορινθιακό κόλπο, στο εσωτερικό του κόλπου της Αντίπυρας. Έτσι ονομάζεται επίσης και ένα ακρωτήριο στη Χαλκιδική. II Όνομα μυθολογικών… …   Dictionary of Greek

  • Ἀμπέλω — Ἄμπελος masc nom/voc/acc dual Ἄμπελος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμπέλω — ἄμπελος grape vine fem nom/voc/acc dual ἄμπελος grape vine fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμπελίου — ἄμπελος grape vine neut gen sg ἀμπέλιον neut gen sg ἀμπέλιος masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμπελίων — ἄμπελος grape vine neut gen pl ἀμπέλιον neut gen pl ἀμπέλιος masc/fem/neut gen pl ἀμπελίων singing bird masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμπελίῳ — ἄμπελος grape vine neut dat sg ἀμπέλιον neut dat sg ἀμπέλιος masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμπέλια — ἄμπελος grape vine neut nom/voc/acc pl ἀμπέλιον neut nom/voc/acc pl ἀμπέλιος neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.