Translation: from greek

ἄλεα

Look at other dictionaries:

  • ἀλέα — ἀλέᾱ , ἀλέα avoiding fem nom/voc/acc dual (epic ionic) ἀλέᾱ , ἀλέα avoiding fem nom/voc/acc dual ἀλέᾱ , ἀλέα avoiding fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀλέα — Ἀλέᾱ , Ἄλευς masc acc sg Ἀλέᾱ , Ἀλέη fem nom/voc/acc dual Ἀλέᾱ , Ἀλέη fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀλέᾳ — Ἀλέᾱͅ , Ἀλέη fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλέα — I Αρχαία πόλη της Αρκαδίας, του 5ου αι. π.Χ. Ήταν χτισμένη δυτικά της Στυμφαλίας, στο βάθος μεγάλης κοιλάδας, κοντά στο σημερινό χωριό Μπουγιάτι. Χτίστηκε από τον Αλέα, γιο του Αφείδαντα και εγγονό του Αρκάδα. Οι περισσότεροι κάτοικοί της… …   Dictionary of Greek

  • ἀλέᾳ — ἀλέαι , ἀλάομαι wander pres ind mp 2nd sg (epic doric ionic aeolic) ἀλέαι , ἀλέα avoiding fem nom/voc pl (epic ionic) ἀλέαι , ἀλέα avoiding fem nom/voc pl ἀλέᾱͅ , ἀλέα avoiding fem dat sg (attic doric aeolic) ἀλέαι , ἀλέομαι avoid pres ind mid… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλέα — η (λ. γαλλ.), δεντροστοιχία: Στο δρόμο αυτό υπήρχε άλλοτε αλέα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀλεᾶ — ἀλεάζω to be warm fut ind act 1st sg (doric aeolic) ἀλεής in the warmth neut nom/voc/acc pl (doric aeolic) ἀλεής in the warmth masc/fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλέα — ἁ̱λέα , ἁλής thronged neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἁ̱λέα , ἁλής thronged masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄλεα — Ἄλης masc acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄλεα — ἄ̱λεα , ἀλέω grind aor ind act 1st sg (epic doric aeolic) ἀλέω grind aor ind act 1st sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἅλεα — Ἅλις masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.