Translation: from greek

ἄγευστα

Look at other dictionaries:

  • ἄγευστα — ἄγευστος not tasting neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άγευστος — η, ο 1. αυτός που δεν ικανοποιεί τη γεύση, άνοστος: Τα φαγητά ήταν άγευστα. 2. άπειρος, αμέτοχος: Είχε την ατυχία να είναι άγευστος από κλασική παιδεία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.