Translation: from greek

ἁλύσεις

Look at other dictionaries:

  • ἀλύσεις — ἄλυσις distress fem nom/voc pl (attic epic) ἄλυσις distress fem nom/acc pl (attic) ἀλύζω socket for aor subj act 2nd sg (epic) ἀλύζω socket for fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλύσεις — ἅλυσις chain fem nom/voc pl (attic epic) ἅλυσις chain fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σουλφόνωση — Βασική μέθοδος στη βιομηχανική χημεία (γνωστή και ως σουλφούρωση), η οποία συνίσταται στην εισαγωγή μιας σουλφοννκής ομάδας ( SO3H) σε μια οργανική ένωση. Στις κατά κυριολεξία σουλφονώσεις, η σουλφονική ομάδα ενώνεται απευθείας με ένα άτομο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.