Translation: from greek

ἀ-γονία

Look at other dictionaries:

  • γονιά — η η γονή …   Dictionary of Greek

  • θεογονία — Κοσμογονκή αντίληψη με πολυθεϊστική βάση. Οι κοσμογονικοί μύθοι που διηγούνται την προέλευση του κόσμου, παίρνουν τη μορφή της θ. στις πολυθεϊστικές θρησκείες, όπου οι θεοί ταυτίζονται με τις μορφές της πραγματικότητας και του κόσμου. Ονομαστή… …   Dictionary of Greek

  • θηλεογονία — θηλεογονία, ἡ (Α) βλ. θηλυγονία. [ΕΤΥΜΟΛ. < θηλεο (< θήλυς, γεν. θήλεος) + γονία ( γόνος < γίγνομαι), πρβλ. θεο γονία, κοσμο γονία] …   Dictionary of Greek

  • θνησιγονία — η 1. η γέννηση νεκρού βρέφους 2. η τάση για γέννηση θνησιγενών νεογνών. [ΕΤΥΜΟΛ. < θνήσις + γονία < γόνος (πρβλ. αρχαιο γονία, ιδιο γονία)] …   Dictionary of Greek

  • ιδιογονία — ἰδιογονία, ἡ (Α) το να γεννά κάποιος άτομα μόνο τού δικού του γένους, χωρίς ανάμιξη άλλων γενών. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιδιο * + γονια ( γονος < γίγνομαι), πρβλ. θεο γονία, κοσμο γονία] …   Dictionary of Greek

  • ισογονία — ἰσογονία, ή (Α) η ισότητα γένους, γενεάς, καταγωγής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο) * + γονία (< γονος < γίγνομαι), πρβλ. αγαθο γονία, ομοιο γονία] …   Dictionary of Greek

  • κοινογονία — κοινογονία, ἡ (Α) η γονιμοποίηση με μίξη δύο διαφορετικών ειδών, όπως τού αλόγου και τού γαϊδάρου. [ΕΤΥΜΟΛ. < κοινός + γονία (< γονος < γόνος), πρβλ. αγαθο γονία, αρχαιο γονία] …   Dictionary of Greek

  • κουρογονία — κουρογονία, ιων. τ. κουρογονίη, ἡ (Α) η γέννηση αρσενικών παιδιών, αρρενογονία («κουρογονίη καὶ θηλυγονίη», Ιπποκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κοῦρος + γονία (< γόνος < γίγνομαι), πρβλ. θεο γονία, τεκνο γονία] …   Dictionary of Greek

  • γαμετογένεση — Ο σχηματισμός των αναπαραγωγικών κυττάρων ή γαμετών. Αν οι γαμέτες είναι ωάρια, η γ. ονομάζεται ωογένεση και, αν είναι σπερματοζωάρια, σπερματογένεση. Η πορεία της γ. είναι κοινή και για τα ωάρια και για τα σπερματοζωάρια και περιλαμβάνει την… …   Dictionary of Greek

  • ηρωογονία — ἡρωογονία, ἡ (Α) (κατά τον Πρόκλο) ως κύρ. όν.. Ήρωογονία τίτλος ποιήματος τού Ησιόδου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ήρως, ωος + γονία (< γονος < γίγνομαι), πρβλ. θεο γονία] …   Dictionary of Greek

  • κηρογονία — κηρογονία, ἡ (Α) ο σχηματισμός κηρήθρας («μέλισσαι περὶ τὸν τῆς κηρογονίας καιρόν», ΠΔ). [ΕΤΥΜΟΛ. < κηρός + γονία (< γονώ < γόνος < γόνος), πρβλ. θεο γονία, κοσμογονία] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.