Translation: from greek to english

ἀάατος

Look at other dictionaries:

  • αάατος — ἀάατος, ον (Α) συνήθως ερμηνεύεται: 1. απαράβλαπτος, απαραβίαστος 2. άψογος, καθαρός, αποφασιστικός 3. αήττητος, ακαταμάχητος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ., πιθ. συνδέεται με το ἀάω και το ἄτη, πρβλ. ἀάβακτοι τού Ησύχ. (= αβλαβείς), ή με το *ἄω (=… …   Dictionary of Greek

  • ἀάατος — not to be injured masc/fem nom sg ἀάᾱτος , ἀάατος not to be injured masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀάατον — ἀάατος not to be injured masc/fem acc sg ἀάατος not to be injured neut nom/voc/acc sg ἀάᾱτον , ἀάατος not to be injured masc/fem acc sg ἀάᾱτον , ἀάατος not to be injured neut nom/voc/acc sg ἀ̱άατον , ἀάω hurt imperf ind act 2nd dual (epic doric …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.