Translation: from greek to english

ἀτέων

Look at other dictionaries:

  • ατέω — ἀτέω (Α) 1. αψηφώ, περιφρονώ 2. φρ. «Μουσέων ἀτέει» διαπράττει αμάρτημα σε βάρος των Μουσών 3. (μτχ.) ἀτέων παράφορος, εκτός εαυτού. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Χρησιμοποιείται η μτχ. του ρ. (ατέοντα στον Όμηρο και ατέοντες στον Ηρόδοτο), ενώ στον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.