Translation: from greek

ἀρχούς

Look at other dictionaries:

  • ἀρχούς — ἀρχός leader masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄρχους — Ἄρχων masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νωλεμέως — (Α) [νωλεμές] επίρρ. 1. συνεχώς, αδιαλείπτως 2. καρτερικά («ἀρχοὺς λισσομένῳ τηλεκλητῶν ἐπικούρων νωλεμέως ἐχέμεν», Ομ. Ιλ.) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.