Translation: from greek

ἀρρωδῶ

  • 1 αρρωδώ

    ἀρρωδέω
    pres subj act 1st sg (attic epic doric ionic)
    ἀρρωδέω
    pres ind act 1st sg (attic epic doric ionic aeolic)
    ὀρρωδέω
    dread: pres subj act 1st sg (attic epic doric ionic)
    ὀρρωδέω
    dread: pres ind act 1st sg (attic epic doric ionic aeolic)

    Morphologia Graeca > αρρωδώ

Look at other dictionaries:

  • ἀρρωδῶ — ἀρρωδέω pres subj act 1st sg (attic epic doric ionic) ἀρρωδέω pres ind act 1st sg (attic epic doric ionic aeolic) ὀρρωδέω dread pres subj act 1st sg (attic epic doric ionic) ὀρρωδέω dread pres ind act 1st sg (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατορρωδώ — κατορρωδῶ, έω, ιων. τ. καταρρωδέω (Α) φοβάμαι υπερβολικά («διὰ τὸ κατορρωδεῑν τὸν ἔξω κίνδυνον τῷ πολλαπλασίους εἶναι τοὺς ὑπεναντίους», Πολ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ὀρρωδῶ / ιων. τ. ἀρρωδῶ «φοβάμαι»] …   Dictionary of Greek

  • υπερορρωδώ — και ιων. τ. ὑπεραρρωδῶ, έω, Α φοβάμαι υπερβολικά για κάποιον ή για κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + ὀρρωδῶ / ἀρρωδῶ «δειλιάζω, φοβάμαι»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.