Translation: from greek

ἀρνακίς

Look at other dictionaries:

  • αρνακίς — ἀρνακίς ( ίδος), η (Α) η προβιά, η κάπα από δέρμα αρνιού. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. με συλλαβική ανομοίωση < *αρνόνακος < αρνο (< αρήν, αρνός) + νάκη «δέρμα, προβιά»] …   Dictionary of Greek

  • ἀρνακίς — sheepskin coat fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνακίδα — ἀρνακίς sheepskin coat fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνακίδας — ἀρνακίς sheepskin coat fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνακίδες — ἀρνακίς sheepskin coat fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνακίδι — ἀρνακίς sheepskin coat fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνακίδος — ἀρνακίς sheepskin coat fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνακίδων — ἀρνακίς sheepskin coat fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνακίσι — ἀρνακίς sheepskin coat fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνακίσιν — ἀρνακίς sheepskin coat fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • AGNINA — in Gloss. Graeco Lat. ἄρνειον κρέας, apud Annam Comnenam Alexiad. l. 8. p. 230. ἀλλ: ἡλίου ἀνατέλλοντος λύκου ἢἀρνίου κρέας ἐ???όμεθα. Sed Sole oriente lupinam seu agninam comedimus; laudatam Car. du Fresne Glossar. Agnina pellis una cum lana, in …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.