Translation: from greek to english

ἀργιλιπής

Look at other dictionaries:

  • αργιλιπής — ἀργιλιπής, ές και ἀργίλιψ ( ιπος), ο (Α) ο λευκός (αποδίδεται σε φίδια). [ΕΤΥΜΟΛ. < αργι * + λίπα (πρβλ. λίπος) τ. που απαντά συνηθέστερα με επιρρ. σημασία κυρίως στη φρ. λίπ ἐλαίῳ «σε αφθονία ελαίου», αλλά και σπάνια ως ουσ.] …   Dictionary of Greek

  • ἀργιλιπής — white. masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αργι- — με τη μορφή αργι εμφανίζεται ως α συνθετικό αρχαίων σύνθετων λέξεων το ομηρ. επίθετο αργός* (Ι), κυρίως με τη σημασία «στιλπνός, λαμπρός» (πρβλ. αργικέραυνος) αλλά και με τη σημασία «ταχύς, γρήγορος» (πρβλ. αργίπους). Εντύπωση στη σύνθεση… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.